Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ καθωσπρέπει ΚΟΡΗΣ Simone de Beauvoir Μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ

Πρώτη έκδοση Ιούνιος 2026 Τίτλος πρωτοτύπου Simone de Beauvoir, Mémoires d’une jeune fille rangée, Éditions Gallimard, Παρίσι 1958 Επιμέλεια – διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Στέλα Ζουμπουλάκη Σελιδοποίηση Γιώτα Μπόμπου Σχεδιασμός εξωφύλλου © 1958, Éditions Gallimard © 2022, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-618-03-4308-3 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84308 Κ.Ε.Π. 5701 Κ.Π. 22306 Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Ξένη λογοτεχνία

Simone de Beauvoir ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΓAΛΛΙΚΑ: Ρίτα Κολαΐτη

Όλες οι σημειώσεις είναι της μεταφράστριας.

ΜΕΡΟΣ ΠPΩTO

9 Γεννήθηκα στις τέσσερις το πρωί, στις 9 Ιανουαρίου 1908, σε ένα δωμάτιο με λευκά λακαρισμένα έπιπλα, που έβλεπε στο μπουλβάρ Ρασπάιγ. Στις οικογενειακές φωτογραφίες του καλοκαιριού της ίδιας χρονιάς, βλέπεις νεαρές κοπέλες με μακριά φορέματα, καπέλα στολισμένα με φτερά στρουθοκαμήλου, κυρίους με ψαθάκια και παναμάδες που χαμογελούν σε ένα μωρό: είναι οι γονείς μου, ο παππούς μου, θείοι, θείες, κι εγώ. Ο πατέρας μου ήταν τριάντα χρονών, η μητέρα μου είκοσι ένα, κι εγώ ήμουν το πρώτο τους παιδί. Γυρίζω μια σελίδα του οικογενειακού άλμπουμ· η μαμά κρατάει στην αγκαλιά της ένα μωρό που δεν είμαι εγώ· εγώ στέκω πλάι της, με πλισέ φούστα, μπερέ, είμαι δυόμισι χρονών, και το μωρό είναι η νεογέννητη αδελφή μου. Καταπώς φαίνεται, τη ζήλευα, μα όχι για πολύ. Απ’ όσο θυμάμαι, ένιωθα περήφανη επειδή ήμουν η μεγαλύτερη: η πρώτη. Όταν τις Απόκριες μ’ έντυναν Κοκκινοσκουφίτσα, με το καλαθάκι μου γεμάτο καλούδια, ένιωθα πολύ πιο σπουδαία από ένα γαλαθηνό καθηλωμένο στην κούνια του. Εγώ είχα μια μικρή αδελφούλα: αυτό το πλασματάκι που έμοιαζε με κούκλα δεν ήξερε πως είχε. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, μόνο μια συγκεχυμένη εντύπωση έχω κρατήσει, τίποτε άλλο: κάτι κόκκινο, μαύρο και ζεστό. Το διαμέρισμα ήτανε κόκκινο – κόκκινα τα χαλιά όπως και η τραπεζαρία στιλ Ερρίκου Β΄, κόκκινο και το γκοφρέ μεταξωτό ύφασμα που σκέπαζε τις

SIMONE DE BEAUVOIR 10 τζαμωτές πόρτες, κόκκινες και οι βελούδινες κουρτίνες στο γραφείο του μπαμπά· τα έπιπλα αυτού του ιερού άντρου ήταν από ξύλο αχλαδιάς βαμμένο σκούρο, σχεδόν μαύρο· εγώ κούρνιαζα μες στο ανοιχτό βαθούλωμα ανάμεσα στα συρτάρια του γραφείου, όπου με τύλιγαν τα σκοτάδια· ήτανε σκοτεινά, ζεστά και το κόκκινο του χαλιού με θάμπωνε. Έτσι πέρασα τα μικράτα μου. Κοιτούσα, ψηλαφούσα, μάθαινα τον κόσμο, προστατευμένη. Κι αυτό το αίσθημα της καθημερινής ασφάλειας μου το πρόσφερε η παρουσία της Λουίζ. Με έντυνε το πρωί, με ξέντυνε το βράδυ και κοιμόταν στο δωμάτιό μου. Μια νεαρή γυναίκα, δεν θα την έλεγες όμορφη, χωρίς κανένα μυστήριο, εφόσον ζούσε –έτσι τουλάχιστον πίστευα– μόνο και μόνο για να φροντίζει την αδελφή μου κι εμένα, δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή της, δεν με μάλωνε δίχως λόγο. Το γαλήνιο βλέμμα της με προστάτευε όταν έπαιζα με τα χώματα στους Κήπους του Λουξεμβούργου, όπως κι όταν νανούριζα την κούκλα μου, την Μπλοντίν, που είχε κατέβει απ’ τον ουρανό μια νύχτα Χριστουγέννων μαζί με ένα μπαουλάκι γεμάτο με όλα της τα προικιά. Σαν βράδιαζε, καθόταν πλάι μου, μου έδειχνε χρωματιστές εικόνες λέγοντάς μου ιστορίες. Η παρουσία της μου ήταν τόσο απαραίτητη και μου φαινόταν τόσο φυσική όσο και της γης κάτω απ’ τα πόδια μου. Η μητέρα μου, πιο απόμακρη, πιο απρόβλεπτη, μου ενέπνεε τρυφερά συναισθήματα· καθόμουν στα γόνατά της, μες στην ευωδιαστή απαλότητα της αγκαλιάς της και γέμιζα με φιλιά το δροσερό, νεανικό της δέρμα· υπήρχαν

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 11 φορές που εμφανιζόταν τη νύχτα, πλάι στο κρεβάτι μου, όμορφη σαν ζωγραφιά, άλλοτε με το πράσινο τούλινο φόρεμά της που το στόλιζε ένα μενεξεδί λουλούδι, κι άλλοτε με το μαύρο, στο χρώμα του γαγάτη, που στραφτάλιζε. Όταν θύμωνε μαζί μου, μου έριχνε ένα ανταριασμένο βλέμμα· κι εγώ φοβόμουν πολύ αυτή την τρομερή και φοβερή λάμψη που ασχήμιζε το πρόσωπό της· ήθελα το χαμόγελό της. Όσο για τον πατέρα μου, αυτόν λίγο τον έβλεπα. Έφευγε κάθε πρωί για το Δικαστικό Μέγαρο, κρατώντας παραμάσχαλα έναν χαρτοφύλακα γεμάτο με χαρτιά που δεν τ’ άγγιζε ποτέ κανείς, φακέλους τα λέγανε. Δεν είχε μουστάκι μήτε μούσι· τα μάτια του ήτανε γαλανά και γελαστά. Όταν γύριζε στο σπίτι, το βράδυ, έφερνε συνήθως στη μαμά ένα μπουκετάκι βιολέτες της Πάρμας, φιλιούνταν και γελούσαν. Ο μπαμπάς γελούσε και μαζί μου βέβαια· μ’ έβαζε να τραγουδάω Το γκρίζο αυτοκινητάκι ή Την ξυλοπόδαρη και μ’ άφηνε άναυδη καθώς, με ένα κόλπο, δεν ξέρω ποιο, μάζευε απ’ την άκρη της μύτης μου πεντόφραγκα. Τον έβρισκα διασκεδαστικό και χαιρόμουν τις στιγμές που ασχολούταν μαζί μου· όμως δεν είχε κάποιον συγκεκριμένο ρόλο στη ζωή μου. Η βασική ασχολία της Λουίζ και της μαμάς ήτανε να με ταΐζουν· πράγμα όχι και τόσο εύκολο. Περισσότερο με το στόμα, παρά με τα μάτια ή τα χέρια μου, γνώριζα τον κόσμο. Αλλά έτσι, δεν μου ήταν απόλυτα αρεστός. H κρέμα αραβοσίτου, το κουάκερ με γάλα, o πουρές, τόσο άνοστα όλα, μου έφερναν δάκρυα στα μάτια· το λίπος στα

SIMONE DE BEAUVOIR 12 κρεατικά ή το γλοιώδες μυστήριο των οστρακοειδών μου προξενούσαν αηδία· κλάματα, τσιρίδες, εμετοί, η αηδία μου ήταν τέτοια που, τελικά, η Λουίζ και η μαμά εγκατέλειπαν κάθε προσπάθεια. Απ’ την άλλη, απολάμβανα παθιασμένα το προνόμιο της παιδικής ηλικίας, όπου η ομορφιά, η αφθονία, η ευτυχία είναι πράγματα που μπορείς να τα γευτείς· στην οδό Βαβέν, στεκόμουν αποσβολωμένη μπρος στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων, έκθαμβη απ’ το λαμποκόπημα των γλασαρισμένων φρούτων, την απαλή στιλπνότητα του ζελέ με φρούτα εποχής, τις υπόξινες καραμέλες σε μια καλειδοσκοπική ποικιλία· πράσινο, κόκκινο, πορτοκαλί, βιολετί: λαχταρούσα τα ίδια τα χρώματα όσο και τις χαρές που μου υπόσχονταν. Είχα συχνά την τύχη ο θαυμασμός μου να καταλήγει σε ανείπωτη απόλαυση. Η μαμά κοπανούσε στο μικρό γουδί καραμελωμένα αμύγδαλα και ανακάτευε το κριτσανιστό μείγμα με μια κίτρινη κρέμα· το ροδόχρωμο των ζαχαρωτών έπαιρνε λίγο λίγο θεσπέσιες αποχρώσεις, κι εγώ βύθιζα το κουτάλι μου σε ένα μαγευτικό λιόγερμα. Τα βράδια που οι γονείς μου δέχονταν κόσμο, οι καθρέφτες του σαλονιού πολλαπλασίαζαν στο άπειρο τα λαμπυρίσματα του κρυστάλλινου πολυέλαιου. Η μαμά καθόταν στο πιάνο, πιάνο με ουρά ήτανε, μια κυρία με αέρινο τούλινο φουστάνι έπαιζε βιολί κι ένας ξάδελφος βιολοντσέλο. Εγώ προσπαθούσα να σπάσω ανάμεσα στα δόντια μου το ζαχαρωμένο κέλυφος ενός αποξηραμένου φρούτου, και μια φωτεινή φυσαλίδα έσκαγε στον ουρανίσκο μου με μια γεύση φραγκοστάφυλου ή ανανά· όλα τα χρώματα, όλα τα φώτα, ήταν δικά μου, οι

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 13 αραχνοΰφαντες εσάρπες, τα διαμαντικά, οι δαντέλες· ολάκερη η γιορτή δική μου, στο στόμα μου. Ποτέ δεν με σαγήνεψαν οι παράδεισοι όπου έρεε μέλι και γάλα, ζήλευα όμως τον Χάνσελ και την Γκρέτελ. Κι αν, έλεγα συχνά μέσα μου, o κόσμος στον οποίο κατοικούμε ήταν όλος φτιαγμένος από κάτι φαγώσιμο, πόσο δικός μας θα γινόταν, πόσο θα τον απολαμβάναμε! Ακόμα κι όταν μεγάλωσα, ήθελα να μασουλήσω τις ολάνθιστες αμυγδαλιές, να δαγκώσω τα ζαχαρωτά του δειλινού που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Και στον νυχτερινό ουρανό της Νέας Υόρκης, οι εντυπωσιακές επιγραφές με το νέον που κατέκλυζαν την πόλη με λιγουρευτά καλούδια μού έμοιαζαν, κι εγώ έμενα με τη στέρηση. Το φαγητό δεν ήταν απλώς μια εξερεύνηση, μια κατάκτηση, ήταν το πιο σοβαρό μου καθήκον: «Μια κουταλιά για τη μαμά, μια για τη γιαγιά… Αν δεν τρως δεν θα μεγαλώσεις». Με έβαζαν να σταθώ στον τοίχο του διαδρόμου και τραβούσαν μια μολυβιά ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μου, που τη σύγκριναν με μια άλλη πιο παλιά: είχα ψηλώσει δύο τρία εκατοστά, μου έδιναν συγχαρητήρια κι εγώ φούσκωνα από περηφάνια· μα κάποιες φορές φοβόμουν κιόλας. Οι ηλιαχτίδες παιχνίδιζαν πάνω στο καλογυαλισμένο ξύλινο πάτωμα και στα λευκά λακαρισμένα έπιπλα. Κοίταζα την πολυθρόνα της μαμάς και συλλογιόμουν: «Όταν μεγαλώσω δεν θα μπορώ να κάθομαι στα γόνατά της». Αίφνης, ξεπρόβαλλε το μέλλον· θα μ’ έκανε μια άλλη, κάποια που θα έλεγε πως είμαι εγώ μα δεν θα ήταν πια εγώ. Μου προμήνυε αποχωρισμούς, απαρνήσεις, την εγκα-

SIMONE DE BEAUVOIR 14 τάλειψη, μια αλληλουχία από δικούς μου θανάτους κάθε λογής. «Μια κουταλιά για τον παππού…» Κι όμως, εγώ έτρωγα, και ήμουν περήφανη που μεγάλωνα· δεν ήθελα να μείνω μια μικρούλα σε όλη μου τη ζωή. Σίγουρα θα έζησα με ένταση αυτή τη σύγκρουση γιατί θυμάμαι και την παραμικρή λεπτομέρεια απ’ το εικονογραφημένο βιβλίο όπου η Λουίζ μού διάβαζε την ιστορία της Σαρλότ. Ένα πρωί, η Σαρλότ βρήκε στην καρέκλα πλάι στο κρεβάτι της ένα αυγό μεγάλο όσο αυτή η ίδια, φτιαγμένο από ροζ ζάχαρη· κι εμένα με μάγεψε τούτο τ’ αυγό. Ήταν μήτρα και λίκνο συνάμα, εκείνη όμως μπορούσε να το τραγανίσει. Από τότε, η Σαρλότ αρνιότανε να φάει οτιδήποτε άλλο κι έτσι μίκραινε μέρα τη μέρα ωσότου έγινε τόση δα· λίγο έλειψε να πνιγεί σε μια κατσαρόλα, η μαγείρισσα την έριξε από απροσεξία στον σκουπιδοτενεκέ κι ένας ποντικός την παρέσυρε καθώς περνούσε. Την έσωσαν όμως, και η Σαρλότ, πανικόβλητη, μετανιωμένη, ξανάρχισε να τρώει τόσο λαίμαργα που τελικά φούσκωσε κι έγινε σαν μεγάλο μπαλόνι: και η μαμά της πήγε στον γιατρό ένα πλάσμα που θύμιζε γιγάντιο ασκί. Κοιτούσα, με μια λαχτάρα συνετή, πρέπει να πω, εικόνες με διατροφή που της είχε συστήσει ο γιατρός: ένα φλιτζάνι σοκολάτα, ένα αυγό βραστό, μια ροδοψημένη κοτολέτα. Η Σαρλότ επανήλθε στα κανονικά της κι εγώ βγήκα σώα και αβλαβής από αυτή την περιπέτεια η οποία, στην αρχή, μ’ έκανε ένα τόσο δα πλασματάκι και μετά μια χοντρέλα. Μεγάλωνα κι άλλο κι άλλο, και ήξερα πως ήμουν καταδικασμένη να ζω σαν εξόριστη απ’ την παιδική μου ηλι-

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 15 κία· γύρευα καταφύγιο στην εικόνα μου. Κάθε πρωί, η Λουίζ μου κατσάρωνε τα μαλλιά με κορδελάκια κι εγώ κοίταζα με ικανοποίηση στον καθρέφτη το πρόσωπό μου πλαισιωμένο από μακριές μπούκλες – οι γαλανομάτες μελαχρινές δεν είναι κάτι το συνηθισμένο, έτσι μου έλεγαν, κι εγώ άρχισα να εκτιμώ την αξία των σπάνιων πραγμάτων. Ο εαυτός μου μου άρεσε, ήθελα όμως ν’ αρέσω και στους άλλους. Οι φίλοι των γονιών μου ενθάρρυναν τη ματαιοδοξία μου· με κολάκευαν ευγενικά, με κανάκευαν. Τριβόμουν πάνω στις γούνες και στα σατινένια μπούστα των κυριών· θαύμαζα ακόμα περισσότερο τους κυρίους γιατί είχαν μουστάκια, μύριζαν ταμπάκο, μιλούσαν με φωνή βαριά, μ’ έπαιρναν αγκαλιά και με σήκωναν ψηλά ίσαμε το ταβάνι σχεδόν. Το δικό τους ενδιαφέρον ήθελα να προσελκύω κυρίως· έκανα διάφορες χαζομάρες, στασιό δεν είχα, γυρεύοντας μια ματιά ή μια λέξη που θα μ’ έβγαζε απ’ τον κόσμο της παιδικής ηλικίας και θα μ’ έκανε να υπάρχω στον δικό τους, στον κόσμο των μεγάλων. Ένα βράδυ, παρουσία ενός φίλου του μπαμπά, έσπρωξα πεισμωμένη από μπροστά μου ένα πιάτο με ψητά λαχανικά· σε μια καρτ ποστάλ που μας έστειλε από τις διακοπές του, ο συγκεκριμένος φίλος ρωτούσε με χιούμορ: «Η Σιμόν τρελαίνεται ακόμη για ψητά λαχανικά;». Ο γραπτός λόγος είχε πολύ μεγαλύτερο κύρος απ’ τον προφορικό, βρισκόμουν στους εφτά ουρανούς. Το είχε προσέξει! Την επόμενη φορά που συναντήσαμε τον κύριο Νταρντέλ, μπροστά στην εκκλησία της Νοτρ-Νταμ-ντε-Σαν, προέβλεπα κιόλας τα εξαίσια πειράγματά του· προσπάθησα να τα προκαλέσω· καμιά

SIMONE DE BEAUVOIR 16 ανταπόκριση. Επέμεινα, μα μου είπαν σε έντονο ύφος να σωπάσω. Θιγμένη, ανακάλυψα το εφήμερο της δόξας. Συνήθως, δεν είχα τέτοιου είδους απογοητεύσεις. Στο σπίτι, ακόμα και το πιο ασήμαντο γεγονός προξενούσε ατέλειωτα σχόλια· άκουγαν με χαρά μεγάλη τις ιστορίες μου, επαναλάμβαναν ό,τι χαριτωμένο έλεγα. Παππούδες, θείοι, θείες, ξαδέλφια, μια ολόκληρη οικογένεια επιβεβαίωνε τη σπουδαιότητά μου. Επιπλέον, μια ολόκληρη στρατιά υπερφυσικών πλασμάτων έσκυβε πάνω μου προστατευτικά! Μόλις έκανα τα πρώτα μου βήματα, η μαμά με πήγε στην εκκλησία· μου έδειξε τα κέρινα και γύψινα ομοιώματα, καθώς και τις ζωγραφισμένες στους τοίχους εικόνες, του μικρού Χριστού, του Θεού Πατέρα, της Παρθένου Μαρίας και των αγγέλων, απ’ τους οποίους ο ένας μάλιστα ήταν, όπως η Λουίζ, ο φύλακας άγγελός μου. Ο ουρανός μου ήταν διάσπαρτος με μυριάδες καλοσυνάτα βλέμματα. Εδώ κάτω, στη γη, είχα τη μαμά και την αδελφή της που ασχολούνταν με ζήλο μαζί μου. Η γιαγιά είχε ρόδινα μάγουλα, άσπρα μαλλιά και φορούσε διαμαντένια σκουλαρίκια· πιπίλιζε κάτι παστίλιες μαστίχας, σκληρές και στρογγυλές σαν κουμπιά για μποτίνια, των οποίων τα διάφανα χρώματα με μάγευαν· τη γιαγιά, την αγαπούσα πολύ γιατί ήταν γριά· αγαπούσα και τη θεία Λιλί γιατί ήταν νέα· ζούσε με τους γονείς της, λες κι ήτανε κάνα κοριτσάκι, και την ένιωθα πιο κοντά μου απ’ τους άλλους. Ροδοκόκκινος, φαλακρός, με ψαρό αραιό γενάκι στο πιγούνι, ο παππούς με κρατούσε απ’ τα χέρια και μ’ έκανε να χορο-

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 17 πηδάω στις μύτες των παπουτσιών του, μα η φωνή του ήτανε τόσο τραχιά που ποτέ δεν καταλάβαινες αν χωράτευε ή αν γκρίνιαζε. Κάθε Πέμπτη μεσημέρι έτρωγα στο σπίτι τους: κροκέτες, μπλανκέτ, δηλαδή μοσχάρι με λευκή σάλτσα και ιλ-φλοτάντ·* η γιαγιά έκανε το παν για να μ’ ευχαριστήσει. Μετά το φαγητό, ο παππούς λαγοκοιμόταν σε μια ταπετσαρισμένη πολυθρόνα, κι εγώ έπαιζα, κάτω απ’ το τραπέζι, προσπαθώντας να μην κάνω τον παραμικρό θόρυβο. Ύστερα, εκείνος έφευγε. Και τότε η γιαγιά έβγαζε απ’ τον μπουφέ τη μεταλλική σβούρα και, ενόσω αυτή γύριζε, εμείς περνούσαμε πάνω της χρωματιστές χάρτινες ροδέλες· στον πισινό ενός μολυβένιου ανθρωπάκου που τον έλεγε «Ο μπαρμπα-Κουράδης»** άναβε μια άσπρη κάψουλα απ’ όπου έβγαινε μια καφετιά σερπαντίνα. Έπαιζε μαζί μου ντόμινο, παιχνίδια με τράπουλα, ξυλάκια… Ένιωθα να πνίγομαι σε τούτη την τραπεζαρία που ήτανε πιο γεμάτη κι απ’ την αποθήκη παλαιοπωλείου· στους τοίχους δεν υπήρχε σπιθαμή κενό· ταπισερί, φαγεντιανά πιάτα, πίνακες με θαμπωμένα χρώματα· ένας μάλιστα απεικόνιζε μια γεμιστή γαλοπούλα πάνω σε έναν σωρό από καταπράσινα λάχανα· τα πλαϊνά τραπεζάκια ήταν καλυμμένα με βελούδα, σατέν και περίτεχνες δαντέλες· οι ασπιδίστρες στα καλογυαλισμένα μπρούντζινα κασπό με γέμιζαν θλίψη. * Île flottante: Κλασικό γαλλικό επιδόρπιο που η ονομασία του σημαίνει «νησί που επιπλέει». Πάνω σε μια «λίμνη» από κρεμ ανγκλέζ, επιπλέει σαν νησί μια μαρέγκα με καραμέλα ή αμύγδαλα. ** Παιχνίδι που αναπαρίστανε έναν άντρα σε στάση αφόδευσης.

SIMONE DE BEAUVOIR 18 Πότε πότε, έβγαινα βόλτα με τη θεία Λιλί· δεν ξέρω πώς γινόταν, αλλά συνήθως πηγαίναμε στις ιπποδρομίες. Ένα απόγευμα μάλιστα, όπου καθόμουν πλάι της σε μια εξέδρα του Ισί-λε-Μουλινό, είδα δίπλανα και μονόπλανα στον ουρανό. Τα πηγαίναμε καλά οι δυο μας. Από τις πιο μακρινές, τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις μου είναι οι μέρες που περνούσα μαζί της στο Σατοβιλέν, στην περιοχή του Άνω Μάρνη, στο σπίτι μιας αδελφής της γιαγιάς. Η ηλικιωμένη θεία Αλίς, που είχε χάσει πριν από χρόνια θυγατέρα και άντρα, αργόσβηνε μόνη και κουφή, σε ένα μεγάλο σπίτι με κήπο ολόγυρα. Η μικρή πόλη, με τα στενά δρομάκια και τα χαμηλά σπίτια έμοιαζε λες κι είχε βγει απ’ τις σελίδες κάποιου εικονογραφημένου βιβλίου με παραμύθια· τα ξύλινα παντζούρια, διάτρητα με τριφύλλια και καρδιές, ήταν στερεωμένα στους τοίχους με άγκιστρα που κατέληγαν σε ανθρωπόμορφες φιγούρες· τα ρόπτρα είχαν σχήμα χεριού· μια μεγαλόπρεπη πύλη οδηγούσε στον μεγάλο κήπο όπου ζαρκάδια έτρεχαν πέρα δώθε· αγριοτριανταφυλλιές αγκάλιαζαν έναν πέτρινο πύργο. Οι γεροντοκόρες της κωμόπολης έκαναν μεγάλες χαρές όταν μ’ έβλεπαν. Η δεσποινίς Ελίζ μου έδινε μπισκότα σε σχήμα καρδιάς. Η δεσποινίς Μαρτ είχε ένα μαγικό ποντίκι σε γυάλινο κουτί· έγραφες μια ερώτηση σε ένα καρτελάκι και το έσπρωχνες σε μια σχισμή· το ποντίκι στριφογύριζε και μετά χτυπούσε με τη μουσούδα του ένα μεταλλικό διαχωριστικό του κουτιού κι εσύ έπαιρνες την απάντηση τυπωμένη σε χαρτάκι. Αυτό που μ’ εντυπωσίασε πιο πολύ απ’ όλα ήτανε τ’ αυγά που είχαν πάνω τους μαύρα σημάδια λες κι ήταν ζωγραφισμένα με κάρβουνο, και τα

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 19 γεννούσαν οι κότες του γιατρού Μας. Εγώ η ίδια τα μάζεψα απ’ το κοτέτσι, πράγμα που μου επέτρεψε ν’ αποστομώσω κάποτε μια δύσπιστη φιλενάδα μου: «Εγώ τα ’πιασα, με τα χεράκια μου!». Στον κήπο της θείας Αλίς μου άρεσαν οι καλοκλαδεμένοι ίταμοι, η μυστηριακή ευωδιά των πυξαριών και, κάτω από μια αναδεντράδα, έβλεπες κάτι που σε ξένιζε ευχάριστα: ένας βράχος που ήταν κι έπιπλο, ένα πέτρινο τραπέζι. Ένα πρωί είχε καταιγίδα· περνούσα ωραία με τη θεία Λιλί στην τραπεζαρία όταν, ξάφνου, ένας κεραυνός χτύπησε το σπίτι· ήταν ένα σοβαρό γεγονός που με γέμισε περηφάνια· όταν μου συνέβαινε κάτι σημαντικό, νόμιζα πως ήμουν κάποια. Γνώρισα όμως κι άλλη ικανοποίηση, πιο εκλεπτυσμένη αυτή τη φορά. Στον τοίχο των βοηθητικών χώρων είχαν φυτρώσει κληματσίδες· ένα πρωί, η θεία Αλίς με φώναξε να πάω κοντά της αλλά με φωνή κοφτή, τσιριχτή· ένα λουλούδι ήταν πεσμένο καταγής· με κατηγόρησε ότι εγώ το είχα κόψει. Το ν’ αγγίζεις τα λουλούδια του κήπου ήταν έγκλημα που τη σοβαρότητά του την ήξερα πολύ καλά, όμως δεν το είχα κάνει εγώ και διαμαρτυρήθηκα. Η θεία Αλίς δεν με πίστεψε. Η θεία Λιλί με υπερασπίστηκε σθεναρά. Σε αυτήν με είχαν εμπιστευτεί οι γονείς μου, κι αυτή ήταν ο μοναδικός κριτής μου· η θεία Αλίς με το γέρικο, φακιδιασμένο πρόσωπό της έμοιαζε με τις κακές μάγισσες που κυνηγάνε τα παιδιά· εγώ παρακολουθούσα πανευτυχής τη μάχη που έδιναν υπέρ μου οι δυνάμεις του καλού ενάντια στο λάθος και στην αδικία. Στο Παρίσι, γονείς και παππούδες, όλοι τους αγανακτισμένοι, πήραν το μέρος μου κι εγώ απολάμβανα τον θρίαμβο της αρετής μου.

SIMONE DE BEAUVOIR 20 Ήμουν ένα πολύ χαρούμενο κοριτσάκι, που το προστάτευαν, το κανάκευαν, του πρόσφεραν διαρκώς καινούργια πράγματα και χαίρονταν να το βλέπουν να διασκεδάζει. Κι όμως, κάτι δεν πήγαινε καλά, είχα ξεσπάσματα θυμού και τότε, με το πρόσωπο μπλαβιασμένο, έπεφτα στο πάτωμα με σπασμούς. Μια φορά –τρεισήμισι χρονών ήμουν– τρώγαμε στο ηλιόλουστο αίθριο ενός μεγάλου ξενοδοχείου στην Ντιβόν λε-Μπεν· κάποιος μου έδωσε ένα σκουροκόκκινο δαμάσκηνο κι εγώ άρχισα να το ξεφλουδίζω. «Μη!» τσίριξε η μαμά, και να με ξαπλωμένη στο τσιμέντο ουρλιάζοντας. Μια άλλη φορά, έσκουζα διασχίζοντας όλο το μπουλβάρ Ρασπάιγ επειδή η Λουίζ με πήρε με το ζόρι απ’ την Πλας Μπουσικό όπου έπαιζα με τα χώματα. Σε τέτοιες στιγμές, μήτε οι οργισμένες ματιές της μαμάς μήτε ο αυστηρός τόνος της Λουίζ, μήτε καν οι σπάνιες παρεμβάσεις του μπαμπά είχαν αποτέλεσμα. Ούρλιαζα τόσο δυνατά, και για τόση ώρα, που, κάποιες φορές, στους Κήπους του Λουξεμβούργου, νόμιζαν ότι κάποιος με βασάνιζε. «Καημενούλι μου!» είπε κάποτε μια κυρία δίνοντάς μου μια καραμέλα. Κι εγώ την ευχαρίστησα με μια κλοτσιά. Αυτό το συμβάν έκανε πολύ μεγάλη αίσθηση· μια χοντρή κυριούλα με μουστάκι, συγγραφέας ήτανε, το εξιστόρησε στο περιοδικό Η υποδειγματική κούκλα.* Μοιραζόμουν με τους * La Poupée modèle: Περιοδικό της εποχής που απευθυνόταν στα κορίτσια της αστικής τάξης. Μέσα από ιστορίες και συμβουλές για κούκλες, δινόταν έμφαση στον καθωσπρεπισμό, στις χριστιανικές αρετές και στο πώς θα γίνουν υποδειγματικές σύζυγοι και μητέρες.

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 21 γονείς μου έναν απέραντο σεβασμό για κάθε λογής έντυπο· όταν η Λουίζ μου διάβαζε μια ιστορία, ένιωθα πως είμαι κάποια άλλη, σπουδαία· λίγο λίγο όμως κάτι μ’ ενοχλούσε. «Συχνά, η καημένη η Λουίζ έκλαιγε πικρά σαν νοσταλγούσε τα πρόβατά της» έγραφε η θεία μου. Η Λουίζ δεν έκλαιγε ποτέ· δεν είχε πρόβατα κι άλλωστε μ’ αγαπούσε· και πώς να συγκρίνεις ένα κοριτσάκι με ένα πρόβατο; Από κείνη τη μέρα, άρχισα να ψυλλιάζομαι ότι η λογοτεχνία δεν είχε και τόσο ξεκάθαρες σχέσεις με την αλήθεια. Συχνά αναρωτιόμουν ποια ήταν η αιτία αυτών των ξεσπασμάτων, ποιο το νόημά τους. Πιστεύω ότι, εν μέρει, οφείλονταν σε μια παρορμητική ζωτικότητα και σε μια παντελή έλλειψη αυτοσυγκράτησης που δεν μ’ εγκατέλειψαν ποτέ εντελώς. Καθώς εξωθούσα τις απέχθειές μου μέχρι ναυτίας και τις σφοδρές επιθυμίες μου μέχρι εμμονής, μια άβυσσος χώριζε τα πράγματα που μου άρεσαν από εκείνα που μισούσα. Δεν μπορούσα να μένω αδιάφορη στην απότομη πτώση απ’ την πλησμονή στην ένδεια, απ’ την ευδαιμονία στη φρίκη· το αποδεχόμουν μόνο αν το θεωρούσα αναπόφευκτο· ποτέ δεν ξεσπούσα την οργή μου σε κάποιο απλό αντικείμενο. Αρνιόμουν όμως να ενδώσω σε τούτη την αδιόρατη δύναμη: τις λέξεις. Κι αυτό που μ’ εξόργιζε ήταν ότι μια φράση που κάποιος πετούσε ανέμελα, «πρέπει… δεν πρέπει», γκρέμιζε σε μια στιγμή όλα μου τα σχέδια, δηλητηρίαζε όλη μου την ευτυχία. Το αυθαίρετο των προσταγών και των απαγορεύσεων που πάνω τους προσέκρουα ήταν η απόδειξη της αντίφασής τους· χτες, ξεφλούδισα ένα ροδάκινο: και γιατί όχι εκείνο το

SIMONE DE BEAUVOIR 22 δαμάσκηνο; Γιατί έπρεπε να σταματάω το παιχνίδι μου τη στιγμή ακριβώς που μου λένε; Παντού αντιμέτωπη με πειθαναγκασμούς, μα πουθενά δεν έβλεπα την αναγκαιότητά τους. Στο βάθος αυτών των αμείλικτων νόμων που πέφτουν πάνω μου και με πλακώνουν σαν βαριές πέτρες, διέκρινα ένα ιλιγγιώδες κενό: ήτανε το βάραθρο μες στο οποίο καταποντιζόμουν κι όλο μου το είναι τρανταζόταν απ’ τις οργισμένες κραυγές μου. Έπεφτα στο πάτωμα, χτυπιόμουν, αντιστεκόμουν με όλο μου το κορμί στην ανυπόστατη δύναμη που με τυραννούσε· την υποχρέωνα ν’ αποκτήσει μια υλική μορφή· με άρπαζαν από τα χέρια, μ’ έκλειναν στη σκοτεινή αποθήκη με τις σκούπες και τα ξεσκονιστήρια· εκεί, μπορούσα να κλοτσάω ή να χτυπάω πραγματικούς τοίχους αντί να παλεύω με την αδιόρατη βούληση των άλλων. Ήξερα καλά πόσο μάταιος ήταν ο αγώνας· από τη στιγμή που η μαμά μού πήρε απ’ τα χέρια το ζουμερό δαμάσκηνο, που η Λουίζ έβαζε το κουβαδάκι και τα φτυάρια μου στο καλάθι της, ήξερα πως είχα ηττηθεί· εγώ όμως δεν τα παρατούσα. Ολοκλήρωνα την ήττα μου. Οι σπασμοί και τα δάκρυα που μου θόλωναν τα μάτια συνέτριβαν τον χρόνο, έσβηναν τον χώρο, καταστρέφοντας μεμιάς το αντικείμενο της επιθυμίας μου και τα εμπόδια που με χώριζαν απ’ αυτό. Βούλιαζα στα σκοτάδια της αδυναμίας· μονάχα ο γυμνός εαυτός μου απόμενε, που ξέσπαγε σε παρατεταμένες κραυγές και ουρλιαχτά. Όχι μόνο οι μεγάλοι ταπείνωναν τη βούλησή μου, αλλά επιπλέον αισθανόμουν και βορά των συνειδήσεών τους, που ενίοτε έπαιζαν τον ρόλο ενός μεγαλόψυχου καθρέφτη·

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 23 άλλοτε πάλι είχαν τη δύναμη να μου κάνoυν μάγια· με μεταμόρφωναν σε ζώο, σε πράγμα. «Τι ωραία ποδαράκια έχει η μικρούλα!» είπε κάποτε μια κυρία κι έσκυψε να με χαϊδέψει. Αν μπορούσα να πω μέσα μου: «Τι ανόητη κυρία! Με περνάει για σκυλάκι!» θα είχα γλιτώσει. Μα στην ηλικία των τριών, δεν είχα άλλο τρόπο να ξεφύγω απ’ αυτή την ηλίθια φωνή, απ’ αυτό το αδηφάγο χαμόγελο παρά μόνο να σωριαστώ στριγκλίζοντας στο πεζοδρόμιο. Αργότερα, έμαθα να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου διαφορετικά· όμως οι απαιτήσεις μου μεγάλωναν· έφτανε να μου φερθεί κάποιος λες κι ήμουν μωρό για να με πληγώσει· μολονότι διέθετα περιορισμένη γνώση και ικανότητα, πίστευα πως είμαι ένα πλήρως ανεπτυγμένο άτομο. Μια μέρα, στην Πλας Σεν Σιλπίς, περπατώντας πιασμένες χέρι χέρι με τη θεία Μαργκερίτ, που δεν είχε ιδέα πώς έπρεπε να μου μιλήσει, ξάφνου αναρωτήθηκα: «Πώς με βλέπει άραγε;» κι αμέσως ένιωσα ένα έντονο αίσθημα υπεροχής γιατί εγώ ήξερα τι υπήρχε στα τρίσβαθά μου, ενώ εκείνη όχι· παραπλανημένη απ’ την εξωτερική όψη, ούτε καν υποπτευόταν ότι το άγουρο κορμί μου έκρυβε μέσα του τα πάντα· υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μη λησμονήσω ποτέ, όταν θα ήμουν πια μεγάλη, ότι το πεντάχρονο παιδί είναι κιόλας ένα ολοκληρωμένο πλάσμα. Αυτό ακριβώς αρνούνταν ν’ αποδεχτούν οι μεγάλοι και, όταν με αντιμετώπιζαν με συγκατάβαση, εγώ ένιωθα πάραυτα προσβεβλημένη. Ήμουν τόσο στρυφνή όσο μια κατάκοιτη γριά. Κι όταν η γιαγιά έκανε ζαβολιές στα χαρτιά για να μ’ αφήνει να κερδίζω ή όταν η θεία Λιλί μου έβαζε γελοιωδώς εύκολα αινίγματα,

SIMONE DE BEAUVOIR 24 μου ’ρχόταν τρέλα. Συχνά υποπτευόμουν ότι οι μεγάλοι έπαιζαν θέατρο· τους εμπιστευόμουν υπερβολικά για να φανταστώ ότι, τελικά, τον εαυτό τους ξεγελούσαν· νόμιζα ότι όλα ετούτα τα έκαναν, σε συνεννόηση μεταξύ τους, επίτηδες για να με πειράξουν. Μια φορά, σε ένα εορταστικό γεύμα, ο παππούς θέλησε να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας, κι εγώ έπαθα παροξυσμό θυμού. Μια μέρα που είχα τρέξει πολύ, η Λουίζ πήρε ένα μαντίλι για να σκουπίσει το ιδρωμένο μου μέτωπο, αλλά εγώ την έσπρωξα οργισμένη γιατί η χειρονομία της μου φάνηκε ψεύτικη. Μόλις υποψιαζόμουν, δίκαια ή άδικα, πως εκμεταλλεύονταν την αφέλειά μου για να με χειραγωγήσουν, τσινούσα. Η βιαιότητά μου τους τρόμαζε. Με μάλωναν, πότε πότε με τιμωρούσαν αλλά λίγο· σπανίως με χαστούκιζαν. «Αν αγγίξεις τη Σιμόν, μπλαβίζει ολόκληρη» έλεγε η μαμά. Κάποτε, ένας θείος μου εξοργίστηκε τόσο πολύ μαζί μου που δεν κρατήθηκε: ξαφνιάστηκα τόσο που η κρίση μου σταμάτησε μεμιάς. Πιθανόν να μπορούσαν κι άλλοι να με στρώσουν τόσο εύκολα· όμως οι γονείς μου δεν έπαιρναν τα ξεσπάσματά μου και πολύ στα σοβαρά. Ο μπαμπάς, διακωμωδώντας κι εγώ δεν ξέρω ποιον, γελούσε ολόκληρος όταν σχολίαζε ξανά και ξανά: «Αυτό το παιδί είναι αντικοινωνικό». Έλεγαν επίσης για μένα, με μια υποψία περηφάνιας πάντως: «Η Σιμόν πεισμώνει σαν μουλάρι». Εγώ το εκμεταλλεύτηκα. Επέτρεπα στον εαυτό μου κάθε καπρίτσιο· δεν υπάκουα μόνο και μόνο για την ευχαρίστηση της ανυπακοής. Στις οικογενειακές φωτογραφίες έβγαζα τη γλώσσα, γύριζα την πλάτη· γύρω μου όλοι γελούσαν.

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 25 Αυτές οι ασήμαντες νίκες ενθάρρυναν την πεποίθησή μου ότι οι κανόνες, τα τελετουργικά, οι καθημερινές συνήθειες δεν είναι κάτι το αξεπέραστο· βρίσκονται στη ρίζα μιας κάποιας αισιοδοξίας που επέμενε παρά την αυστηρή διαπαιδαγώγηση. Όσο για τις ήττες μου, αυτές δεν μου προκαλούσαν ούτε ταπείνωση ούτε μνησικακία· όταν, ύστερα από κλάματα και φωνές, τελικά υποχωρούσα, ήμουν τόσο αποκαμωμένη για να κλωθογυρίζω τη στενοχώρια μου· συχνά μάλιστα, ξεχνούσα και τον λόγο της εξέγερσής μου. Και τότε, ντρεπόμουν για τις υπερβολές μου τις οποίες δεν μπορούσα πια να δικαιολογήσω και το μόνο που ένιωθα ήταν οι τύψεις· μα κι αυτές γρήγορα εξαφανίζονταν, γιατί η συγχώρεση μου δινόταν πάντα πολύ εύκολα. Κοντολογίς, οι εκρήξεις μου ήταν ένα αντιστάθμισμα στην αυθαιρεσία των νόμων που με καταπίεζαν· χάρη σ’ αυτές, δεν με κατέτρωγαν σιωπηρές μνησικακίες. Ποτέ δεν πήρα στα σοβαρά το θέμα της εξουσίας. Οι συμπεριφορές των μεγάλων μου φαίνονταν ύποπτες στον βαθμό που αντανακλούσαν το αμφίσημο της παιδικής ηλικίας: στην πραγματικότητα, ενάντια σε αυτές επαναστατούσα. Δεχόμουν όμως ανεπιφύλακτα τις αξίες και τα δόγματα που άκουγα γύρω μου. Οι δύο βασικές κατηγορίες σύμφωνα με τις οποίες είχε διαμορφωθεί ο κόσμος μου ήταν το Καλό και το Κακό. Εγώ κατοικούσα στην περιοχή του Καλού όπου κυριαρχούσαν, άρρηκτα δεμένες, η ευτυχία και η αρετή. Είναι αλήθεια ότι γνώρισα κάποιες μορφές πόνου ο οποίος μου φαινόταν αδικαιολόγητος: τύχαινε να χτυπήσω το κεφάλι μου, να

SIMONE DE BEAUVOIR 26 γδάρω τον αγκώνα μου ή κάποιο έκζεμα να παραμορφώσει το πρόσωπό μου· κι εγώ τσίριζα ενόσω ο γιατρός μού καυτηρίαζε με νιτρικό άργυρο τις φλύκταινες. Τέτοια απρόβλεπτα συμβάντα όμως ξεχνιούνταν γρήγορα και δεν κλόνιζαν τα πιστεύω μου: οι χαρές και οι λύπες των ανθρώπων συμβαδίζουν με τις αξίες τους. Ζώντας στην επικράτεια του Καλού, κατάλαβα αμέσως ότι είχε ποικίλες αποχρώσεις και διαβαθμίσεις. Ήμουν ένα καλό κοριτσάκι, με τα λάθη του βέβαια· η θεία Αλίς προσευχόταν ακατάπαυστα, σίγουρα θα πήγαινε στον παράδεισο, αν και ήταν πολύ άδικη απέναντί μου. Μεταξύ εκείνων που όφειλα ν’ αγαπώ και να σέβομαι, υπήρχαν ορισμένοι τους οποίους οι γονείς μου κατέκριναν. Ακόμα και ο παππούς και η γιαγιά δεν γλίτωναν από τα βέλη της κριτικής τους· είχαν κάτι μπερδέματα με κάποια ξαδέλφια με τα οποία η μαμά βλεπόταν τακτικά και που εγώ τα συμπαθούσα πολύ. Η λέξη «μπέρδεμα», που θύμιζε κουβάρια πεταμένα ανάκατα σε ένα καλάθι, δεν μου άρεσε καθόλου· γιατί οι άνθρωποι έχουν μπερδέματα μεταξύ τους; Πώς γίνεται; Μου φαίνονταν λυπηρά τέτοιου είδους μπερδέματα. Εγώ έπαιρνα πάντα το μέρος της μαμάς. «Πού ήσασταν χτες;» με ρωτούσε η θεία Λιλί. «Δεν θα σας πω· μου το έχει απαγορεύσει η μαμά». Εκείνη έριχνε ένα βλέμμα όλο νόημα στη μαμά. Κάποιες φορές έκανε και πικρόχολα σχόλια όπως: «Α ωραία! Η μαμά σου είναι όλη την ώρα έξω, ε;» Η κακεντρέχειά τους τις υποβάθμιζε στα μάτια μου δίχως να πλήττει στο ελάχιστο τη μαμά. Όμως, τα λόγια τους δεν αλλοίωναν την αγάπη μου για κείνους.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=