SIMONE DE BEAUVOIR 10 τζαμωτές πόρτες, κόκκινες και οι βελούδινες κουρτίνες στο γραφείο του μπαμπά· τα έπιπλα αυτού του ιερού άντρου ήταν από ξύλο αχλαδιάς βαμμένο σκούρο, σχεδόν μαύρο· εγώ κούρνιαζα μες στο ανοιχτό βαθούλωμα ανάμεσα στα συρτάρια του γραφείου, όπου με τύλιγαν τα σκοτάδια· ήτανε σκοτεινά, ζεστά και το κόκκινο του χαλιού με θάμπωνε. Έτσι πέρασα τα μικράτα μου. Κοιτούσα, ψηλαφούσα, μάθαινα τον κόσμο, προστατευμένη. Κι αυτό το αίσθημα της καθημερινής ασφάλειας μου το πρόσφερε η παρουσία της Λουίζ. Με έντυνε το πρωί, με ξέντυνε το βράδυ και κοιμόταν στο δωμάτιό μου. Μια νεαρή γυναίκα, δεν θα την έλεγες όμορφη, χωρίς κανένα μυστήριο, εφόσον ζούσε –έτσι τουλάχιστον πίστευα– μόνο και μόνο για να φροντίζει την αδελφή μου κι εμένα, δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή της, δεν με μάλωνε δίχως λόγο. Το γαλήνιο βλέμμα της με προστάτευε όταν έπαιζα με τα χώματα στους Κήπους του Λουξεμβούργου, όπως κι όταν νανούριζα την κούκλα μου, την Μπλοντίν, που είχε κατέβει απ’ τον ουρανό μια νύχτα Χριστουγέννων μαζί με ένα μπαουλάκι γεμάτο με όλα της τα προικιά. Σαν βράδιαζε, καθόταν πλάι μου, μου έδειχνε χρωματιστές εικόνες λέγοντάς μου ιστορίες. Η παρουσία της μου ήταν τόσο απαραίτητη και μου φαινόταν τόσο φυσική όσο και της γης κάτω απ’ τα πόδια μου. Η μητέρα μου, πιο απόμακρη, πιο απρόβλεπτη, μου ενέπνεε τρυφερά συναισθήματα· καθόμουν στα γόνατά της, μες στην ευωδιαστή απαλότητα της αγκαλιάς της και γέμιζα με φιλιά το δροσερό, νεανικό της δέρμα· υπήρχαν
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=