ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 11 φορές που εμφανιζόταν τη νύχτα, πλάι στο κρεβάτι μου, όμορφη σαν ζωγραφιά, άλλοτε με το πράσινο τούλινο φόρεμά της που το στόλιζε ένα μενεξεδί λουλούδι, κι άλλοτε με το μαύρο, στο χρώμα του γαγάτη, που στραφτάλιζε. Όταν θύμωνε μαζί μου, μου έριχνε ένα ανταριασμένο βλέμμα· κι εγώ φοβόμουν πολύ αυτή την τρομερή και φοβερή λάμψη που ασχήμιζε το πρόσωπό της· ήθελα το χαμόγελό της. Όσο για τον πατέρα μου, αυτόν λίγο τον έβλεπα. Έφευγε κάθε πρωί για το Δικαστικό Μέγαρο, κρατώντας παραμάσχαλα έναν χαρτοφύλακα γεμάτο με χαρτιά που δεν τ’ άγγιζε ποτέ κανείς, φακέλους τα λέγανε. Δεν είχε μουστάκι μήτε μούσι· τα μάτια του ήτανε γαλανά και γελαστά. Όταν γύριζε στο σπίτι, το βράδυ, έφερνε συνήθως στη μαμά ένα μπουκετάκι βιολέτες της Πάρμας, φιλιούνταν και γελούσαν. Ο μπαμπάς γελούσε και μαζί μου βέβαια· μ’ έβαζε να τραγουδάω Το γκρίζο αυτοκινητάκι ή Την ξυλοπόδαρη και μ’ άφηνε άναυδη καθώς, με ένα κόλπο, δεν ξέρω ποιο, μάζευε απ’ την άκρη της μύτης μου πεντόφραγκα. Τον έβρισκα διασκεδαστικό και χαιρόμουν τις στιγμές που ασχολούταν μαζί μου· όμως δεν είχε κάποιον συγκεκριμένο ρόλο στη ζωή μου. Η βασική ασχολία της Λουίζ και της μαμάς ήτανε να με ταΐζουν· πράγμα όχι και τόσο εύκολο. Περισσότερο με το στόμα, παρά με τα μάτια ή τα χέρια μου, γνώριζα τον κόσμο. Αλλά έτσι, δεν μου ήταν απόλυτα αρεστός. H κρέμα αραβοσίτου, το κουάκερ με γάλα, o πουρές, τόσο άνοστα όλα, μου έφερναν δάκρυα στα μάτια· το λίπος στα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=