SIMONE DE BEAUVOIR 12 κρεατικά ή το γλοιώδες μυστήριο των οστρακοειδών μου προξενούσαν αηδία· κλάματα, τσιρίδες, εμετοί, η αηδία μου ήταν τέτοια που, τελικά, η Λουίζ και η μαμά εγκατέλειπαν κάθε προσπάθεια. Απ’ την άλλη, απολάμβανα παθιασμένα το προνόμιο της παιδικής ηλικίας, όπου η ομορφιά, η αφθονία, η ευτυχία είναι πράγματα που μπορείς να τα γευτείς· στην οδό Βαβέν, στεκόμουν αποσβολωμένη μπρος στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων, έκθαμβη απ’ το λαμποκόπημα των γλασαρισμένων φρούτων, την απαλή στιλπνότητα του ζελέ με φρούτα εποχής, τις υπόξινες καραμέλες σε μια καλειδοσκοπική ποικιλία· πράσινο, κόκκινο, πορτοκαλί, βιολετί: λαχταρούσα τα ίδια τα χρώματα όσο και τις χαρές που μου υπόσχονταν. Είχα συχνά την τύχη ο θαυμασμός μου να καταλήγει σε ανείπωτη απόλαυση. Η μαμά κοπανούσε στο μικρό γουδί καραμελωμένα αμύγδαλα και ανακάτευε το κριτσανιστό μείγμα με μια κίτρινη κρέμα· το ροδόχρωμο των ζαχαρωτών έπαιρνε λίγο λίγο θεσπέσιες αποχρώσεις, κι εγώ βύθιζα το κουτάλι μου σε ένα μαγευτικό λιόγερμα. Τα βράδια που οι γονείς μου δέχονταν κόσμο, οι καθρέφτες του σαλονιού πολλαπλασίαζαν στο άπειρο τα λαμπυρίσματα του κρυστάλλινου πολυέλαιου. Η μαμά καθόταν στο πιάνο, πιάνο με ουρά ήτανε, μια κυρία με αέρινο τούλινο φουστάνι έπαιζε βιολί κι ένας ξάδελφος βιολοντσέλο. Εγώ προσπαθούσα να σπάσω ανάμεσα στα δόντια μου το ζαχαρωμένο κέλυφος ενός αποξηραμένου φρούτου, και μια φωτεινή φυσαλίδα έσκαγε στον ουρανίσκο μου με μια γεύση φραγκοστάφυλου ή ανανά· όλα τα χρώματα, όλα τα φώτα, ήταν δικά μου, οι
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=