ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 13 αραχνοΰφαντες εσάρπες, τα διαμαντικά, οι δαντέλες· ολάκερη η γιορτή δική μου, στο στόμα μου. Ποτέ δεν με σαγήνεψαν οι παράδεισοι όπου έρεε μέλι και γάλα, ζήλευα όμως τον Χάνσελ και την Γκρέτελ. Κι αν, έλεγα συχνά μέσα μου, o κόσμος στον οποίο κατοικούμε ήταν όλος φτιαγμένος από κάτι φαγώσιμο, πόσο δικός μας θα γινόταν, πόσο θα τον απολαμβάναμε! Ακόμα κι όταν μεγάλωσα, ήθελα να μασουλήσω τις ολάνθιστες αμυγδαλιές, να δαγκώσω τα ζαχαρωτά του δειλινού που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Και στον νυχτερινό ουρανό της Νέας Υόρκης, οι εντυπωσιακές επιγραφές με το νέον που κατέκλυζαν την πόλη με λιγουρευτά καλούδια μού έμοιαζαν, κι εγώ έμενα με τη στέρηση. Το φαγητό δεν ήταν απλώς μια εξερεύνηση, μια κατάκτηση, ήταν το πιο σοβαρό μου καθήκον: «Μια κουταλιά για τη μαμά, μια για τη γιαγιά… Αν δεν τρως δεν θα μεγαλώσεις». Με έβαζαν να σταθώ στον τοίχο του διαδρόμου και τραβούσαν μια μολυβιά ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μου, που τη σύγκριναν με μια άλλη πιο παλιά: είχα ψηλώσει δύο τρία εκατοστά, μου έδιναν συγχαρητήρια κι εγώ φούσκωνα από περηφάνια· μα κάποιες φορές φοβόμουν κιόλας. Οι ηλιαχτίδες παιχνίδιζαν πάνω στο καλογυαλισμένο ξύλινο πάτωμα και στα λευκά λακαρισμένα έπιπλα. Κοίταζα την πολυθρόνα της μαμάς και συλλογιόμουν: «Όταν μεγαλώσω δεν θα μπορώ να κάθομαι στα γόνατά της». Αίφνης, ξεπρόβαλλε το μέλλον· θα μ’ έκανε μια άλλη, κάποια που θα έλεγε πως είμαι εγώ μα δεν θα ήταν πια εγώ. Μου προμήνυε αποχωρισμούς, απαρνήσεις, την εγκα-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=