9 Γεννήθηκα στις τέσσερις το πρωί, στις 9 Ιανουαρίου 1908, σε ένα δωμάτιο με λευκά λακαρισμένα έπιπλα, που έβλεπε στο μπουλβάρ Ρασπάιγ. Στις οικογενειακές φωτογραφίες του καλοκαιριού της ίδιας χρονιάς, βλέπεις νεαρές κοπέλες με μακριά φορέματα, καπέλα στολισμένα με φτερά στρουθοκαμήλου, κυρίους με ψαθάκια και παναμάδες που χαμογελούν σε ένα μωρό: είναι οι γονείς μου, ο παππούς μου, θείοι, θείες, κι εγώ. Ο πατέρας μου ήταν τριάντα χρονών, η μητέρα μου είκοσι ένα, κι εγώ ήμουν το πρώτο τους παιδί. Γυρίζω μια σελίδα του οικογενειακού άλμπουμ· η μαμά κρατάει στην αγκαλιά της ένα μωρό που δεν είμαι εγώ· εγώ στέκω πλάι της, με πλισέ φούστα, μπερέ, είμαι δυόμισι χρονών, και το μωρό είναι η νεογέννητη αδελφή μου. Καταπώς φαίνεται, τη ζήλευα, μα όχι για πολύ. Απ’ όσο θυμάμαι, ένιωθα περήφανη επειδή ήμουν η μεγαλύτερη: η πρώτη. Όταν τις Απόκριες μ’ έντυναν Κοκκινοσκουφίτσα, με το καλαθάκι μου γεμάτο καλούδια, ένιωθα πολύ πιο σπουδαία από ένα γαλαθηνό καθηλωμένο στην κούνια του. Εγώ είχα μια μικρή αδελφούλα: αυτό το πλασματάκι που έμοιαζε με κούκλα δεν ήξερε πως είχε. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, μόνο μια συγκεχυμένη εντύπωση έχω κρατήσει, τίποτε άλλο: κάτι κόκκινο, μαύρο και ζεστό. Το διαμέρισμα ήτανε κόκκινο – κόκκινα τα χαλιά όπως και η τραπεζαρία στιλ Ερρίκου Β΄, κόκκινο και το γκοφρέ μεταξωτό ύφασμα που σκέπαζε τις
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=