SIMONE DE BEAUVOIR 18 Πότε πότε, έβγαινα βόλτα με τη θεία Λιλί· δεν ξέρω πώς γινόταν, αλλά συνήθως πηγαίναμε στις ιπποδρομίες. Ένα απόγευμα μάλιστα, όπου καθόμουν πλάι της σε μια εξέδρα του Ισί-λε-Μουλινό, είδα δίπλανα και μονόπλανα στον ουρανό. Τα πηγαίναμε καλά οι δυο μας. Από τις πιο μακρινές, τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις μου είναι οι μέρες που περνούσα μαζί της στο Σατοβιλέν, στην περιοχή του Άνω Μάρνη, στο σπίτι μιας αδελφής της γιαγιάς. Η ηλικιωμένη θεία Αλίς, που είχε χάσει πριν από χρόνια θυγατέρα και άντρα, αργόσβηνε μόνη και κουφή, σε ένα μεγάλο σπίτι με κήπο ολόγυρα. Η μικρή πόλη, με τα στενά δρομάκια και τα χαμηλά σπίτια έμοιαζε λες κι είχε βγει απ’ τις σελίδες κάποιου εικονογραφημένου βιβλίου με παραμύθια· τα ξύλινα παντζούρια, διάτρητα με τριφύλλια και καρδιές, ήταν στερεωμένα στους τοίχους με άγκιστρα που κατέληγαν σε ανθρωπόμορφες φιγούρες· τα ρόπτρα είχαν σχήμα χεριού· μια μεγαλόπρεπη πύλη οδηγούσε στον μεγάλο κήπο όπου ζαρκάδια έτρεχαν πέρα δώθε· αγριοτριανταφυλλιές αγκάλιαζαν έναν πέτρινο πύργο. Οι γεροντοκόρες της κωμόπολης έκαναν μεγάλες χαρές όταν μ’ έβλεπαν. Η δεσποινίς Ελίζ μου έδινε μπισκότα σε σχήμα καρδιάς. Η δεσποινίς Μαρτ είχε ένα μαγικό ποντίκι σε γυάλινο κουτί· έγραφες μια ερώτηση σε ένα καρτελάκι και το έσπρωχνες σε μια σχισμή· το ποντίκι στριφογύριζε και μετά χτυπούσε με τη μουσούδα του ένα μεταλλικό διαχωριστικό του κουτιού κι εσύ έπαιρνες την απάντηση τυπωμένη σε χαρτάκι. Αυτό που μ’ εντυπωσίασε πιο πολύ απ’ όλα ήτανε τ’ αυγά που είχαν πάνω τους μαύρα σημάδια λες κι ήταν ζωγραφισμένα με κάρβουνο, και τα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=