Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 19 γεννούσαν οι κότες του γιατρού Μας. Εγώ η ίδια τα μάζεψα απ’ το κοτέτσι, πράγμα που μου επέτρεψε ν’ αποστομώσω κάποτε μια δύσπιστη φιλενάδα μου: «Εγώ τα ’πιασα, με τα χεράκια μου!». Στον κήπο της θείας Αλίς μου άρεσαν οι καλοκλαδεμένοι ίταμοι, η μυστηριακή ευωδιά των πυξαριών και, κάτω από μια αναδεντράδα, έβλεπες κάτι που σε ξένιζε ευχάριστα: ένας βράχος που ήταν κι έπιπλο, ένα πέτρινο τραπέζι. Ένα πρωί είχε καταιγίδα· περνούσα ωραία με τη θεία Λιλί στην τραπεζαρία όταν, ξάφνου, ένας κεραυνός χτύπησε το σπίτι· ήταν ένα σοβαρό γεγονός που με γέμισε περηφάνια· όταν μου συνέβαινε κάτι σημαντικό, νόμιζα πως ήμουν κάποια. Γνώρισα όμως κι άλλη ικανοποίηση, πιο εκλεπτυσμένη αυτή τη φορά. Στον τοίχο των βοηθητικών χώρων είχαν φυτρώσει κληματσίδες· ένα πρωί, η θεία Αλίς με φώναξε να πάω κοντά της αλλά με φωνή κοφτή, τσιριχτή· ένα λουλούδι ήταν πεσμένο καταγής· με κατηγόρησε ότι εγώ το είχα κόψει. Το ν’ αγγίζεις τα λουλούδια του κήπου ήταν έγκλημα που τη σοβαρότητά του την ήξερα πολύ καλά, όμως δεν το είχα κάνει εγώ και διαμαρτυρήθηκα. Η θεία Αλίς δεν με πίστεψε. Η θεία Λιλί με υπερασπίστηκε σθεναρά. Σε αυτήν με είχαν εμπιστευτεί οι γονείς μου, κι αυτή ήταν ο μοναδικός κριτής μου· η θεία Αλίς με το γέρικο, φακιδιασμένο πρόσωπό της έμοιαζε με τις κακές μάγισσες που κυνηγάνε τα παιδιά· εγώ παρακολουθούσα πανευτυχής τη μάχη που έδιναν υπέρ μου οι δυνάμεις του καλού ενάντια στο λάθος και στην αδικία. Στο Παρίσι, γονείς και παππούδες, όλοι τους αγανακτισμένοι, πήραν το μέρος μου κι εγώ απολάμβανα τον θρίαμβο της αρετής μου.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=