ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 17 πηδάω στις μύτες των παπουτσιών του, μα η φωνή του ήτανε τόσο τραχιά που ποτέ δεν καταλάβαινες αν χωράτευε ή αν γκρίνιαζε. Κάθε Πέμπτη μεσημέρι έτρωγα στο σπίτι τους: κροκέτες, μπλανκέτ, δηλαδή μοσχάρι με λευκή σάλτσα και ιλ-φλοτάντ·* η γιαγιά έκανε το παν για να μ’ ευχαριστήσει. Μετά το φαγητό, ο παππούς λαγοκοιμόταν σε μια ταπετσαρισμένη πολυθρόνα, κι εγώ έπαιζα, κάτω απ’ το τραπέζι, προσπαθώντας να μην κάνω τον παραμικρό θόρυβο. Ύστερα, εκείνος έφευγε. Και τότε η γιαγιά έβγαζε απ’ τον μπουφέ τη μεταλλική σβούρα και, ενόσω αυτή γύριζε, εμείς περνούσαμε πάνω της χρωματιστές χάρτινες ροδέλες· στον πισινό ενός μολυβένιου ανθρωπάκου που τον έλεγε «Ο μπαρμπα-Κουράδης»** άναβε μια άσπρη κάψουλα απ’ όπου έβγαινε μια καφετιά σερπαντίνα. Έπαιζε μαζί μου ντόμινο, παιχνίδια με τράπουλα, ξυλάκια… Ένιωθα να πνίγομαι σε τούτη την τραπεζαρία που ήτανε πιο γεμάτη κι απ’ την αποθήκη παλαιοπωλείου· στους τοίχους δεν υπήρχε σπιθαμή κενό· ταπισερί, φαγεντιανά πιάτα, πίνακες με θαμπωμένα χρώματα· ένας μάλιστα απεικόνιζε μια γεμιστή γαλοπούλα πάνω σε έναν σωρό από καταπράσινα λάχανα· τα πλαϊνά τραπεζάκια ήταν καλυμμένα με βελούδα, σατέν και περίτεχνες δαντέλες· οι ασπιδίστρες στα καλογυαλισμένα μπρούντζινα κασπό με γέμιζαν θλίψη. * Île flottante: Κλασικό γαλλικό επιδόρπιο που η ονομασία του σημαίνει «νησί που επιπλέει». Πάνω σε μια «λίμνη» από κρεμ ανγκλέζ, επιπλέει σαν νησί μια μαρέγκα με καραμέλα ή αμύγδαλα. ** Παιχνίδι που αναπαρίστανε έναν άντρα σε στάση αφόδευσης.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=