Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης

SIMONE DE BEAUVOIR 16 ανταπόκριση. Επέμεινα, μα μου είπαν σε έντονο ύφος να σωπάσω. Θιγμένη, ανακάλυψα το εφήμερο της δόξας. Συνήθως, δεν είχα τέτοιου είδους απογοητεύσεις. Στο σπίτι, ακόμα και το πιο ασήμαντο γεγονός προξενούσε ατέλειωτα σχόλια· άκουγαν με χαρά μεγάλη τις ιστορίες μου, επαναλάμβαναν ό,τι χαριτωμένο έλεγα. Παππούδες, θείοι, θείες, ξαδέλφια, μια ολόκληρη οικογένεια επιβεβαίωνε τη σπουδαιότητά μου. Επιπλέον, μια ολόκληρη στρατιά υπερφυσικών πλασμάτων έσκυβε πάνω μου προστατευτικά! Μόλις έκανα τα πρώτα μου βήματα, η μαμά με πήγε στην εκκλησία· μου έδειξε τα κέρινα και γύψινα ομοιώματα, καθώς και τις ζωγραφισμένες στους τοίχους εικόνες, του μικρού Χριστού, του Θεού Πατέρα, της Παρθένου Μαρίας και των αγγέλων, απ’ τους οποίους ο ένας μάλιστα ήταν, όπως η Λουίζ, ο φύλακας άγγελός μου. Ο ουρανός μου ήταν διάσπαρτος με μυριάδες καλοσυνάτα βλέμματα. Εδώ κάτω, στη γη, είχα τη μαμά και την αδελφή της που ασχολούνταν με ζήλο μαζί μου. Η γιαγιά είχε ρόδινα μάγουλα, άσπρα μαλλιά και φορούσε διαμαντένια σκουλαρίκια· πιπίλιζε κάτι παστίλιες μαστίχας, σκληρές και στρογγυλές σαν κουμπιά για μποτίνια, των οποίων τα διάφανα χρώματα με μάγευαν· τη γιαγιά, την αγαπούσα πολύ γιατί ήταν γριά· αγαπούσα και τη θεία Λιλί γιατί ήταν νέα· ζούσε με τους γονείς της, λες κι ήτανε κάνα κοριτσάκι, και την ένιωθα πιο κοντά μου απ’ τους άλλους. Ροδοκόκκινος, φαλακρός, με ψαρό αραιό γενάκι στο πιγούνι, ο παππούς με κρατούσε απ’ τα χέρια και μ’ έκανε να χορο-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=