ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 15 κία· γύρευα καταφύγιο στην εικόνα μου. Κάθε πρωί, η Λουίζ μου κατσάρωνε τα μαλλιά με κορδελάκια κι εγώ κοίταζα με ικανοποίηση στον καθρέφτη το πρόσωπό μου πλαισιωμένο από μακριές μπούκλες – οι γαλανομάτες μελαχρινές δεν είναι κάτι το συνηθισμένο, έτσι μου έλεγαν, κι εγώ άρχισα να εκτιμώ την αξία των σπάνιων πραγμάτων. Ο εαυτός μου μου άρεσε, ήθελα όμως ν’ αρέσω και στους άλλους. Οι φίλοι των γονιών μου ενθάρρυναν τη ματαιοδοξία μου· με κολάκευαν ευγενικά, με κανάκευαν. Τριβόμουν πάνω στις γούνες και στα σατινένια μπούστα των κυριών· θαύμαζα ακόμα περισσότερο τους κυρίους γιατί είχαν μουστάκια, μύριζαν ταμπάκο, μιλούσαν με φωνή βαριά, μ’ έπαιρναν αγκαλιά και με σήκωναν ψηλά ίσαμε το ταβάνι σχεδόν. Το δικό τους ενδιαφέρον ήθελα να προσελκύω κυρίως· έκανα διάφορες χαζομάρες, στασιό δεν είχα, γυρεύοντας μια ματιά ή μια λέξη που θα μ’ έβγαζε απ’ τον κόσμο της παιδικής ηλικίας και θα μ’ έκανε να υπάρχω στον δικό τους, στον κόσμο των μεγάλων. Ένα βράδυ, παρουσία ενός φίλου του μπαμπά, έσπρωξα πεισμωμένη από μπροστά μου ένα πιάτο με ψητά λαχανικά· σε μια καρτ ποστάλ που μας έστειλε από τις διακοπές του, ο συγκεκριμένος φίλος ρωτούσε με χιούμορ: «Η Σιμόν τρελαίνεται ακόμη για ψητά λαχανικά;». Ο γραπτός λόγος είχε πολύ μεγαλύτερο κύρος απ’ τον προφορικό, βρισκόμουν στους εφτά ουρανούς. Το είχε προσέξει! Την επόμενη φορά που συναντήσαμε τον κύριο Νταρντέλ, μπροστά στην εκκλησία της Νοτρ-Νταμ-ντε-Σαν, προέβλεπα κιόλας τα εξαίσια πειράγματά του· προσπάθησα να τα προκαλέσω· καμιά
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=