ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 43 για και σκεπή από πλάκες σχιστόλιθου. Η θεία Ελέν αδιαφορούσε παντελώς για μένα. Ο θείος Μορίς με το μουστάκι, τις ψηλές μπότες και το καμουτσίκι στο χέρι, άλλοτε σιωπηλός κι άλλοτε οργισμένος, με τρόμαζε λίγο. Αλλά μου άρεσε να παίζω με τον Ρομπέρ και τη Μαντλέν, που ήταν πέντε και τρία χρόνια μεγαλύτεροί μου. Στο σπίτι της θείας, όπως και στου παππού, με άφηναν να τρέχω πάνω κάτω στο γρασίδι, ακόμα και ν’ αγγίζω τα πάντα. Σκαλίζοντας το χώμα, παίζοντας με τη λάσπη, τσαλαπατώντας φύλλα και λουλούδια, ξεφλουδίζοντας αγριοκάστανα, συνθλίβοντας με το τακούνι μου φουσκωμένα περισπέρμια για να τ’ ακούω να σκάνε, μάθαινα πράγματα που δεν σου τα διδάσκουν ποτέ τα βιβλία ούτε και η αυθεντία των δασκάλων. Αναγνώριζα τη νεραγκούλα και το τριφύλλι, τη σάλβια, την περικοκλάδα, τις πεταλούδες, τις πασχαλίτσες, τις πυγολαμπίδες, τις δροσοσταλίδες, τους ιστούς της αράχνης, τα αλογάκια της Παναγίας· μάθαινα ότι το κόκκινο του λιόπρινου είναι πιο ζωηρό από της πικροδάφνης ή της σουρβιάς, ότι το φθινόπωρο χρυσώνει τα ροδάκινα και κοκκινίζει τις φυλλωσιές, ότι ο ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό και ύστερα κατεβαίνει χωρίς να τον δεις ποτέ να κινείται. Αυτός ο πλούτος χρωμάτων και ευωδιών με συνέπαιρνε. Παντού, μες στο πρασινωπό νερό των ψαρότοπων, μες στα χορτάρια των λιβαδιών που κυμάτιζαν ανέμελα, κάτω απ’ τους αγκαθωτούς θάμνους, ανάμεσα στις λόχμες, κρύβονταν θησαυροί που λαχταρούσα να τους ανακαλύψω. ***
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=