Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης

SIMONE DE BEAUVOIR 42 της Λεγεώνας της Τιμής· σιγοτραγουδούσε ολημερίς. Μου μάθαινε τα ονόματα των δέντρων, των λουλουδιών, των πουλιών. Παγόνια επιδείκνυαν τα, ανοιγμένα σαν βεντάλια, φτερά τους μπροστά απ’ το σπίτι, που ήταν καλυμμένο με γλυσίνες και μπιγκόνιες· σε ένα μεγάλο κλουβί θαύμαζα τους καρδινάλιους με τα κόκκινα λοφία και τους χρυσαφένιους φασιανούς. Το ρέμα –που το λέγαμε «αγγλικό ποταμάκι»– περιβαλλόταν από τεχνητούς καταρράκτες και το στόλιζαν νούφαρα όπου ανάμεσά τους κολυμπούσαν χρυσόψαρα· στη μέση υπήρχε ένα μικροσκοπικό νησάκι που δυο γεφυρούλες, φτιαγμένες από κορμούς, το συνέδεαν με τις όχθες. Κέδροι, ουελιγκτόνιες, πορφυρόχρωμες οξιές, γιαπωνέζικα χαμόδεντρα, κλαίουσες ιτιές, μανόλιες, αροκάριες, αειθαλή και φυλλοβόλα, θάμνοι, σύδεντρα· ο κήπος, ζωσμένος με τον άσπρο του φράχτη, δεν ήταν και τόσο μεγάλος, η ποικιλία του όμως ήταν τέτοια που δεν κατάφερα ποτέ να τον εξερευνήσω ολόκληρο. Φεύγαμε από εκεί στα μισά των διακοπών και πηγαίναμε στην αδελφή του μπαμπά που ήταν παντρεμένη με γαιοκτήμονα της περιοχής· είχαν δυο παιδιά. Έρχονταν να μας πάρουν με το «μεγάλο αμάξι» που το έσερναν τέσσερα άλογα. Μετά το οικογενειακό γεύμα, καταλήγαμε στα γαλαζωπά δερμάτινα καθίσματα του αμαξιού που μύριζαν σκόνη και ήλιο. Ο θείος μου μας συνόδευε καβάλα στ’ άλογό του. Μετά από είκοσι χιλιόμετρα, φτάναμε στη Λα Γκριγιέρ. Εκεί, ο κήπος, πιο μεγάλος και πιο άγριος απ’ του παππού στο Μερινιάκ, αλλά πιο μονότονος, περιέβαλε μια κακόγουστη έπαυλη με πυργίσκους στα πλά-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=