Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης

SIMONE DE BEAUVOIR 36 βρισκόμουν στην πλευρά των μεγάλων κι έτσι υπέθετα ότι, στο εξής, θα μου έλεγαν πάντα την αλήθεια. Οι γονείς μου απαντούσαν ασμένως στις ερωτήσεις μου· η άγνοιά μου διαλυόταν ακριβώς μόλις την εξέφραζα. Υπήρχε όμως, το είχα συνειδητοποιήσει, ένα χάσμα αγεφύρωτο: στα μάτια ενός μεγάλου, τα μαύρα στίγματα στις αράδες των βιβλίων ήταν λέξεις· τις κοίταζα· τις έβλεπα, μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω. Μ’ έμαθαν από νωρίς να παίζω με τα γράμματα. Σε ηλικία τριών χρονών, ήξερα ότι το «ο» λέγεται όμικρον, το «σ» σίγμα, όπως ακριβώς ένα τραπέζι είναι ένα τραπέζι· γνώριζα σχεδόν όλο το αλφάβητο αλλά η τυπωμένη σελίδα παρέμενε βουβή για μένα. Μια μέρα, έγινε ένα κλικ στο μυαλό μου. Η μαμά είχε αφήσει, στο τραπέζι της τραπεζαρίας, ανοιχτό σε κάποια σελίδα το Ρεζεμπό, ένα αναγνωστικό για μικρά παιδιά· κοίταζα την εικόνα μιας κατσίκας και τα δυο γράμματα «τ» και «σ» που μαζί προφέρονταν «τσ». Ξάφνου κατάλαβα ότι δεν είχαν ονόματα, όπως τα αντικείμενα, αλλά ότι δημιουργούσαν έναν ήχο: κατάλαβα ότι ήταν σύμβολα. Έμαθα γρήγορα να διαβάζω. Κι όμως, κάτι παρεμπόδιζε τη σκέψη μου. Ένιωθα ότι το τυπωμένο γράμμα ήταν και ο αντίστοιχος ήχος του· και τα δυο απορρέαν απ’ αυτό που εξέφραζαν, και συνδέονταν τόσο στενά που δεν υπήρχε τίποτα το αυθαίρετο στη σχέση τους. Η κατανόηση του συμβόλου δεν προϋπόθετε κατ’ ανάγκη και τη συμβατική εφαρμογή. Γι’ αυτό και αντιστάθηκα σθεναρά όταν η γιαγιά θέλησε να μου μάθει τις νότες. Mε μια βελόνα του πλεξίματος μου έδειχνε τις κουκκίδες στο πεντάγραμμο· η τάδε γραμμή, μου εξη-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=