Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 37 γούσε, αντιστοιχούσε στο τάδε πλήκτρο του πιάνου. Γιατί; Πώς; Δεν έβρισκα τίποτα κοινό ανάμεσα στο διαγραμμισμένο χαρτί και στα πλήκτρα του οργάνου. Όταν μου επέβαλαν αδικαιολόγητους περιορισμούς εγώ επαναστατούσα· με τον ίδιο τρόπο, αρνιόμουν να δεχτώ αλήθειες που δεν αντικατόπτριζαν ένα απόλυτο. Ενέδιδα μόνο στην αναγκαιότητα· οι ανθρώπινες αποφάσεις υπαγορεύονταν, λίγο πολύ, από ένα καπρίτσιο, δεν είχαν τόση βαρύτητα ώστε να δικαιολογούν τη συμμόρφωσή μου. Πείσμωσα για μέρες. Τελικά, υποχώρησα κι έμαθα τις κλίμακες· είχα όμως την εντύπωση ότι έμαθα τους κανόνες ενός παιχνιδιού και όχι πως απόκτησα γνώση. Τουναντίον, με τράβηξε η αριθμητική γιατί πίστευα στην πραγματικότητα των αριθμών. Τον Οκτώβριο του 1913 –ήμουν πεντέμισι χρονών– αποφάσισαν να με στείλουν σε ένα σχολείο, ιδιωτικό, με το ελκυστικό όνομα Λε Κουρ Ντεζίρ. Η δεσποινίς Φαγέτ, διευθύντρια του Δημοτικού, με υποδέχτηκε σε ένα επιβλητικό γραφείο με καπιτοναρισμένες πόρτες. Όση ώρα μιλούσε με τη μαμά, μου χάιδευε τα μαλλιά. «Δεν είμαστε μόνο δασκάλες, είμαστε και παιδαγωγοί» εξήγησε στη μαμά. Το φουστάνι της ήταν κλειστό ως πάνω ψηλά στον λαιμό, μακρύ ως κάτω, και ο τρόπος της μου φάνηκε αηδιαστικά γλυκερός· θα προτιμούσα κάτι λιγότερο υποτακτικό. Μολοντούτο, την παραμονή της πρώτης μου μέρας στο σχολείο, χοροπηδούσα απ’ τη χαρά μου στο χολ: «Αύριο πάω σχολείο!». «Δεν θα ’ναι πάντα τόσο ευχάριστο» μου είπε η Λουίζ. Ήμουν σίγουρη πως, για μια φορά, λάθευε. Η ιδέα ότι θ’ άρχιζα μια δική μου, καταδική μου,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=