SIMONE DE BEAUVOIR 38 ζωή με μεθούσε. Ως τώρα, μεγάλωνα στο περιθώριο της ζωής των μεγάλων· στο εξής, θα είχα τη δικιά μου σάκα, τα δικά μου βιβλία, τα δικά μου τετράδια, τα δικά μου καθήκοντα· οι μέρες και οι βδομάδες μου θα διαμορφώνονταν σύμφωνα με το δικό μου πρόγραμμα· διέβλεπα ένα μέλλον που, αντί να με αποξενώνει απ’ τον εαυτό μου, θα έμενε διαπαντός στη μνήμη μου· χρόνο τον χρόνο, θα γινόμουν ολοένα περισσότερο ο εαυτός μου και, ταυτόχρονα, θα παρέμενα η μαθήτρια της οποίας τη γέννηση πανηγύριζα αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Και δεν απογοητεύτηκα. Κάθε Τετάρτη και Σάββατο συμμετείχα σε μια τελετουργία που η μεγαλοπρέπειά της μεταμόρφωνε όλη τη βδομάδα. Οι μαθήτριες κάθονταν γύρω από ένα οβάλ τραπέζι όπου στην κορυφή δέσποζε, στον θώκο της, η δεσποινίς Φαγέτ· και, μέσα απ’ το επίχρυσο κάδρο της, η Αντελίν Ντεζίρ, η ιδρύτρια του σχολείου μας, μια κυρία με ανέκφραστο πρόσωπο και ώμους κυρτωμένους, που όλοι τη θεωρούσαν οσία, μας θωρούσε από ψηλά. Οι μητέρες μας καθισμένες σε μαύρους δερμάτινους καναπέδες, κεντούσαν ή έπλεκαν. Ανάλογα με το πόσο φρόνιμες ήμασταν στο σπίτι, βαθμολογούσαν τη διαγωγή μας και, στο τέλος του μαθήματος, η καθεμιά έλεγε μεγαλόφωνα πόσο είχε πάρει. Η δεσποινίς σημείωνε τους βαθμούς στον κατάλογό της. Η μαμά μού έβαζε πάντα άριστα δέκα: το εννέα θα ήταν ντροπιαστικό και για τις δυο μας. Η δεσποινίς μάς μοίραζε επαίνους που, κάθε τρίμηνο, τους ανταλλάσσαμε με χρυσόδετα βιβλία. Και μετά, στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας, μας φιλούσε
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=