ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 39 στο μέτωπο και μας ψιθύριζε δυο τρεις συμβουλευτικές κουβέντες. Μπορούσα ήδη να διαβάζω, να γράφω και λίγο να μετράω: ήμουν το αστέρι της τάξης. Κοντά στα Χριστούγεννα, μου φόρεσαν έναν λευκό χιτώνα με χρυσό σιρίτι και παρίστανα τον νεογέννητο Χριστό, ενώ τ’ άλλα κοριτσάκια γονάτιζαν μπροστά μου. Η μαμά έλεγχε τα τετράδια μου και μ’ έβαζε να της λέω το μάθημα. Μου άρεσε να μαθαίνω. Τα θρησκευτικά μου φαίνονταν πιο διασκεδαστικά από τα παραμύθια του Περό γιατί τα θαύματα που εξιστορούσαν είχαν συμβεί στ’ αλήθεια. Μ’ ενθουσίαζαν επίσης και οι πολύχρωμοι ζωγραφισμένοι χάρτες που έβλεπα στον άτλαντα. Με συγκινούσε η μοναξιά των νησιών, η τόλμη των ακρωτηρίων, η ευθραυστότητα των λωρίδων στεριάς που ενώνουν τις χερσονήσους με την ηπειρωτική χώρα· ένιωσα ξανά ετούτη τη γεωγραφική έκσταση όταν, μεγάλη πια, είδα απ’ το αεροπλάνο την Κορσική και τη Σαρδηνία να διαγράφονται στο γαλάζιο της θάλασσας και μια άλλη φορά, όταν αντίκρισα έναν ηλιόλουστο για πάντα πορθμό που ασφυκτιούσε ανάμεσα σε δύο θάλασσες. Σχήματα αυστηρά, ιστορίες λαξεμένες διαπαντός στο μάρμαρο των αιώνων: ο κόσμος ήταν ένα λεύκωμα με λαμπερές, πολύχρωμες εικόνες που το ξεφύλλιζα σαγηνεμένη. Κι αν έβρισκα τόση απόλαυση στο διάβασμα, ήταν ίσως γιατί η καθημερινότητά μου δεν με ικανοποιούσε πια. Ζούσα στο Παρίσι, σε ένα σκηνικό φτιαγμένο από ανθρώπινο χέρι, και απόλυτα ελεγχόμενο· δρόμοι, σπίτια, ράγες του τραμ, φανοστάτες, σκεύη: τα πράγματα, αμετάβλητα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=