Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 31 να την καθηλώσω, την άφηνα να χαθεί μες στην ασημαντότητα. Εφόσον μου ήταν αδύνατο να σκέφτομαι χωρίς να καταφεύγω στις λέξεις, υπέθετα ότι αυτές ήταν ένα ακριβές ισοδύναμο της πραγματικότητας· έτσι μου είχαν μάθει οι μεγάλοι που τους θεωρούσα θεματοφύλακες του απόλυτου: όταν προσδιόριζαν ένα πράγμα, εκχύμωναν την ουσία του, όπως κάποιος εκχυμώνει έναν καρπό για ν’ απολαύσει τον χυμό του. Έτσι, δεν έβλεπα κανένα κενό ανάμεσα στη λέξη και στο αντικείμενό της, απ’ το οποίο θα μπορούσε να παρεισφρήσει το λάθος· γι’ αυτό και υποτάχτηκα στον Λόγο άκριτα, αβίαστα, ακόμα κι όταν οι περιστάσεις μ’ εξωθούσαν στην αμφιβολία της αλήθειάς του. Δύο από τα ξαδέλφια μου, τους Σιρμιόν, πιπίλιζαν μια μέρα κάτι μακρουλές καραμέλες με άρωμα μήλου: «Είναι καθαρτικό» μου είπαν με τόνο περιπαικτικό. Ο σαρκασμός τους έδειχνε ολοφάνερα ότι με χλεύαζαν· εντούτοις, η λέξη ταυτίστηκε στο μυαλό μου με κείνα τ’ ασπριδερά μπαστουνάκια· δεν τα λιγουρεύτηκα ποτέ ξανά γιατί τώρα πλέον μου φαίνονταν σαν ένας ύποπτος συμβιβασμός ανάμεσα στη λιχουδιά και στο φάρμακο. Θυμάμαι όμως μια περίπτωση όπου οι λέξεις δεν κατάφεραν να με πείσουν. Στις διακοπές μας στην εξοχή, με πήγαιναν καμιά φορά να παίξω με ένα μακρινό μου ξαδελφάκι· έμενε σε ένα ωραίο σπίτι με μεγάλο κήπο ολόγυρα· περνούσα καλά μαζί του. «Το καημένο είναι χαζό» σχολίασε ένα βράδυ ο πατέρας μου. O Σαντρί, πολύ πιο μεγάλος από μένα, μου φαινόταν φυσιολογικός επειδή

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=