SIMONE DE BEAUVOIR 32 μου ήταν οικείος. Δεν ξέρω αν μου είχαν ποτέ δείξει ή περιγράψει ηλίθιους· πάντως εγώ τους φανταζόμουν να χασκογελάνε, με σάλια να τρέχουν απ’ το στόμα τους, και με βλέμμα απλανές. Όταν ξαναείδα τον Σαντρί μάταια προσπάθησα να ταιριάξω αυτή την εικόνα με το πρόσωπό του· ίσως βαθιά μέσα του, χωρίς να το δείχνει προς τα έξω, να έμοιαζε με ηλίθιο, εγώ όμως αρνιόμουν με πείσμα να το πιστέψω. Κυριευμένη από την επιθυμία να το ξεκαθαρίσω, και από μια σκοτεινή μνησικακία ενάντια στον πατέρα μου ο οποίος πρόσβαλε τον φιλαράκο μου, ρώτησα τη γιαγιά του: «Είναι αλήθεια ότι ο Σαντρί είναι χαζός;». «Όχι βέβαια!» μου αποκρίθηκε με ύφος θιγμένο. Ήξερε καλά τον εγγονό της. Λες ο μπαμπάς να έκανε λάθος; Μυστήριο. Δεν είχα και τόσο μεγάλο δέσιμο με τον Σαντρί και το συμβάν αυτό, μολονότι με κατέπληξε, ελάχιστα με άγγιξε. Τη μαύρη μαγεία των λέξεων την ανακάλυψα όταν οι λέξεις γράπωσαν την καρδιά μου. Η μαμά είχε φορέσει, για πρώτη φορά, ένα καινούργιο φουστάνι σε χρώμα κοκκινοπορτοκαλί –«τάνγκο» το έλεγαν– κι εγώ άκουσα τη Λουίζ να λέει στην καμαριέρα του αντικρινού σπιτιού: «Είδες πώς είναι ντυμένη η κυρία, σήμερα; Τι παλαβιάρα!». Μια άλλη μέρα, η Λουίζ κουβέντιαζε με την κόρη της θυρωρού στην είσοδο της πολυκατοικίας· δυο ορόφους πιο πάνω, η μαμά έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε· «Α!» είπε η Λουίζ «πάλι η κυρία, άκου τη, σαν νυφίτσα στριγγλίζει». Παλαβιάρα. Νυφίτσα. Οι λέξεις αυτές ήχησαν τρομαχτικά στ’ αυτιά μου: τι σχέση είχαν με
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=