Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 33 τη μαμά που ήταν όμορφη, κομψή, έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε τόσο καλά; Κι όμως, η Λουίζ τις είχε ξεστομίσει· πώς να τις μετριάσω; Απέναντι στους άλλους, ήξερα πώς να υπερασπιστώ τον εαυτό μου· μα η Λουίζ! ήταν η δικαιοσύνη και η αλήθεια προσωποποιημένες, και ο σεβασμός μου προς αυτήν μου απαγόρευε να την κρίνω. Το να αμφισβητήσω το γούστο της δεν θα ήταν αρκετό· για να εξουδετερώσω την κακεντρέχειά της, έπρεπε να την καταλογίσω σε μια οξυθυμία και επομένως να παραδεχτώ ότι δεν τα πήγαινε καλά με τη μαμά· στην περίπτωση αυτή, μια από τις δυο είχε άδικο! Όχι. Εγώ τις ήθελα και τις δύο αλάθητες. Προσπάθησα ν’ αφαιρέσω από τα λόγια της Λουίζ το νόημά τους· κάποιοι ήχοι, παράξενοι, είχαν βγει απ’ το στόμα της για λόγους που μου διέφευγαν. Δεν τα κατάφερα και τόσο καλά. Από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που η μαμά φορούσε μια φανταχτερή τουαλέτα ή τραγουδούσε δυνατά, εγώ ένιωθα πάντα μια κάποια ταραχή. Επιπλέον, ξέροντας τώρα ότι δεν έπρεπε να δίνω και μεγάλη σημασία σε ό,τι έλεγε η Λουίζ, δεν την άκουγα πια με την ίδια υπακοή όπως πριν. Έτοιμη πάντα να εθελοτυφλώ για οτιδήποτε πίστευα πως απειλούσε την ασφάλειά μου, προτιμούσα να καταπιάνομαι με «ανώδυνα» προβλήματα. Το πώς έρχονται στον κόσμο τα παιδιά δεν με προβλημάτιζε ιδιαίτερα. Στην αρχή μου είπαν ότι οι γονείς αγόραζαν τα παιδιά τους από κάπου· εντάξει, σε έναν κόσμο τόσο απέραντο και τόσο γεμάτο με άγνωστα θαύματα διόλου απίθανο δεν ήταν, θα μπορούσαν να υπάρχουν μαγαζιά που πουλούσαν μωρά.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=