SIMONE DE BEAUVOIR 30 Ο εφιάλτης δεν κράτησε πολύ: την άλλη μέρα το πρωί, οι γονείς μου μιλούσαν και χαμογελούσαν όπως άλλοτε. Ο σαρκασμός της Λουίζ χαράχτηκε βαθιά στην καρδιά μου, όμως το ξεπέρασα και γρήγορα μάλιστα: υπήρχαν πολλά καθημερινά συμβάντα που χάνονταν μες στην ομίχλη. Αυτή η ικανότητα να περνάω στη σιωπή γεγονότα που τα είχα νιώσει τόσο έντονα ώστε να μην τα λησμονήσω ποτέ είναι από τα πράγματα που μ’ εντυπωσιάζουν περισσότερο όταν αναθυμάμαι τα πρώτα χρόνια της ζωής μου. Ο κόσμος γύρω μου υψωνόταν αρμονικά βασισμένος σε σταθερές συντεταγμένες κι ευδιάκριτες κατηγορίες. Οι ουδέτερες έννοιες δεν ήταν αποδεκτές: δεν υπήρχε ενδιάμεση θέση ανάμεσα στον προδότη και τον ήρωα, στον αποστάτη και τον μάρτυρα· κάθε ακατάλληλος για βρώση καρπός ήταν δηλητηριώδης· με διαβεβαίωναν ότι «αγαπούσαν» όλους τους συγγενείς, ακόμα και τις πιο δύσμορφες αδελφές της γιαγιάς ή του παππού. Αφότου ψέλλισα τα πρώτα μου λόγια, η εμπειρία μου διέψευσε αυτή την ουσιοκρατία. Το λευκό σπανίως ήταν εντελώς πάλλευκο, και το μαύρο του κακού αμβλυνόταν με κάποιες ανάλαφρες πινελιές· παντού έβλεπα γκρίζο και μεσοτονικές διαβαθμίσεις. Μόνο όταν προσπαθούσα ν’ αντιληφθώ τις απαλές αποχρώσεις, χρειαζόμουν τις λέξεις και τότε βρισκόμουν σε ένα σύμπαν άκαμπτων εννοιών. Ό,τι αντίκριζα με τα ίδια μου τα μάτια, ό,τι ένιωθα έντονα έπρεπε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να το εντάξω σε μια αυστηρή κατηγορία· οι μύθοι και οι στερεότυπες ιδέες υπερτερούσαν της αλήθειας· αφού δεν μπορούσα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=