ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 29 Ένα βράδυ όμως νόμισα ότι η γη έφευγε κάτω απ’ τα πόδια μου. Είχαν έρθει να μας δουν οι γονείς μου. Ένα απόγευμα, η Λουίζ μας πήγε, έμενα και την αδελφή μου, στο πανηγύρι της ενορίας όπου το καταφχαριστηθήκαμε. Όταν φύγαμε απ’ τη γιορτή, είχε σουρουπώσει. Μιλούσαμε, γελούσαμε, εγώ μασουλούσα ένα από κείνα τα ψευτοπράματα που τόσο μου άρεσαν –ένα γλειφιτζούρι γλυκόριζας– όταν, εντελώς απρόσμενα, σε μια στροφή του δρόμου, εμφανίστηκε η μαμά. Φορούσε στο κεφάλι ένα μεγάλο μαντίλι από πράσινη μουσελίνα και το πάνω χείλος της ήταν πρησμένο: τι ώρα είναι αυτή που γυρίζαμε; Ήταν η πιο μεγάλη, ήταν η «Κυρία», και είχε το δικαίωμα να μαλώνει τη Λουίζ· αλλά εμένα δεν μου άρεσε η έκφραση αποδοκιμασίας μήτε και ο τόνος της φωνής της· δεν μου άρεσε μήτε και να βλέπω στα καρτερικά μάτια της Λουίζ κάτι που δεν υποδήλωνε φιλία. Εκείνο το βράδυ –ή κάποιο άλλο, όμως στη θύμησή μου τα δύο συμβάντα συνδέονται στενά– ήμουν στον κήπο με τη Λουίζ και κάποιον άλλον που δεν μου ’ρχεται τ’ όνομά του· είχε νυχτώσει πια· στη σκοτεινή πρόσοψη του σπιτιού ήταν ανοιχτό το παράθυρο μιας φωτισμένης κάμαρας· διέκρινες δυο σιλουέτες και άκουγες δυνατές φωνές: «Ο Κύριος και η Κυρία καβγαδίζουν» είπε η Λουίζ. Και τότε, ο κόσμος μου γύρισε ανάποδα. Αδύνατο ο μπαμπάς και η μαμά να είναι εχθροί, ούτε και η Λουίζ εχθρός τους· όταν το αδύνατο συμβαίνει, ο ουρανός γίνεται ένα με την κόλαση, το σκοτάδι σμίγει με το φως. Βυθίστηκα στο χάος, σε κείνο το χάος που προϋπήρχε της Δημιουργίας.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=