Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης

SIMONE DE BEAUVOIR 28 Όταν έφυγα για τη Λυών με τη Λουίζ και την αδελφή μου, έτρεφα την ελπίδα ότι θ’ αντίκριζα τον Εχθρό καταπρόσωπο. Μας είχαν προσκαλέσει κάτι μακρινά ξαδέλφια που έμεναν σε ένα σπίτι με μεγάλο κήπο, σε κάποιο προάστιο της πόλης. Η μαμά μού είπε πως οι μικροί Σιρμιόν είχαν χάσει τη μητέρα τους, ότι συνήθως δεν ήταν πάντα φρόνιμοι, ότι δεν έκαναν την προσευχή τους· μου είπε ακόμα πως δεν θα ’πρεπε να θυμώσω αν αυτοί με κορόιδευαν όταν εγώ θα έκανα τη δική μου. Απ’ αυτό κατάλαβα ότι ο πατέρας τους, ένας ηλικιωμένος καθηγητής της ιατρικής, δεν πίστευε στον Θεό. Είδα τον εαυτό μου ως λευκοντυμένη αγία Βλανδίνα λίγο προτού τη ρίξουν στα λιοντάρια: απογοητεύτηκα, όμως, γιατί κανείς δεν προσπάθησε να με κάνει μάρτυρα. Κάθε φορά που ο θείος Σιρμιόν έφευγε απ’ το σπίτι, μουρμούριζε μέσα απ’ τη γενειάδα του: «Γεια σας, ο Θεός μαζί σας» άρα λοιπόν δεν ήταν ειδωλολάτρης. Τα εφτά ξαδέλφια μου, ηλικίας από δέκα ως είκοσι χρονών, ασφαλώς και συμπεριφέρονταν με πολύ παράξενο τρόπο· πετούσαν, μέσα από τα κάγκελα του κήπου, πέτρες στα παιδιά που περνούσαν, δέρνονταν μεταξύ τους, βασάνιζαν μια μικρή ορφανή, λίγο χαζούλα, που έμενε στο σπίτι· τη νύχτα, για να την τρομάξουν, έβγαζαν απ’ το γραφείο του πατέρα τους έναν σκελετό και τον τύλιγαν με άσπρο σεντόνι. Μόλο που αυτές οι παρεκτροπές με αναστάτωναν, τις έβρισκα εντούτοις άκακες· δεν διέκρινα τα βαθιά σκότη του Κακού. Έπαιζα ήσυχα ανάμεσα στις φουντωτές ορτανσίες και η άλλη όψη του κόσμου μού έμενε κρυφή.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=