Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 27 Το θεωρούσα φυσικό και, κατά μία έννοια, ικανοποιητικό που αυτοί οι δευτεραγωνιστές ήταν λιγότερο άμεμπτοι από τις υπέρτατες θεότητές μου: το αλάθητο το μονοπωλούσαν οι γονείς μου και η Λουίζ. Μια πύρινη σπάθα χώριζε το Καλό απ’ το Κακό· ποτέ μου δεν την είχα δει. Κάποιες φορές, οι γονείς μου μιλούσαν με τόνο μνησίκακο· από την αγανάκτηση και τον θυμό τους, μάντευα ότι ακόμα και στον περίγυρό τους υπήρχαν όντως μαύρα πρόβατα· δεν ήξερα ποιοι ήταν μήτε και τα παραπτώματά τους. Το Κακό κρατούσε τις αποστάσεις του. Φανταζόμουν τα πειθήνια όργανά του μόνο μέσα από μυθικές φιγούρες: ο διάβολος, η κακιά μάγισσα Καραμπός,* οι αδελφές της Σταχτοπούτας· μιας και ποτέ δεν είχα δει αυτές τις φιγούρες ζωντανές μπροστά μου, τις θεωρούσα αερικά· ο Κακός αμάρτανε όπως ακριβώς η φωτιά καίει, έτσι, αδικαιολόγητα, αναπόφευκτα· η κόλαση ήταν ο φυσικός του χώρος, το ατέλειωτο μαρτύριο η μοίρα του, κι εμένα μου φαινόταν ιεροσυλία να τον λυπηθώ για τα βάσανά του. Για να είμαι ειλικρινής, τα πυρωμένα σιδεροπάπουτσα που φόρεσαν οι νάνοι στη μητριά της Χιονάτης ή οι φλόγες που έκαιγαν τον Εωσφόρο δεν μου έφεραν ποτέ κατά νου την εικόνα σάρκας που σφαδάζει. Δράκοι, μάγισσες, δαίμονες, κακές μητριές και δήμιοι, όλα ετούτα τ’ απάνθρωπα πλάσματα συμβόλιζαν μια αφηρημένη δύναμη και τα μαρτύριά τους απεικόνιζαν με αφηρημένο τρόπο τη δίκαιη ήττα τους. * Αναφορά στο παραμύθι Η ωραία κοιμωμένη του Σαρλ Περό.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=