SIMONE DE BEAUVOIR 24 μου ’ρχόταν τρέλα. Συχνά υποπτευόμουν ότι οι μεγάλοι έπαιζαν θέατρο· τους εμπιστευόμουν υπερβολικά για να φανταστώ ότι, τελικά, τον εαυτό τους ξεγελούσαν· νόμιζα ότι όλα ετούτα τα έκαναν, σε συνεννόηση μεταξύ τους, επίτηδες για να με πειράξουν. Μια φορά, σε ένα εορταστικό γεύμα, ο παππούς θέλησε να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας, κι εγώ έπαθα παροξυσμό θυμού. Μια μέρα που είχα τρέξει πολύ, η Λουίζ πήρε ένα μαντίλι για να σκουπίσει το ιδρωμένο μου μέτωπο, αλλά εγώ την έσπρωξα οργισμένη γιατί η χειρονομία της μου φάνηκε ψεύτικη. Μόλις υποψιαζόμουν, δίκαια ή άδικα, πως εκμεταλλεύονταν την αφέλειά μου για να με χειραγωγήσουν, τσινούσα. Η βιαιότητά μου τους τρόμαζε. Με μάλωναν, πότε πότε με τιμωρούσαν αλλά λίγο· σπανίως με χαστούκιζαν. «Αν αγγίξεις τη Σιμόν, μπλαβίζει ολόκληρη» έλεγε η μαμά. Κάποτε, ένας θείος μου εξοργίστηκε τόσο πολύ μαζί μου που δεν κρατήθηκε: ξαφνιάστηκα τόσο που η κρίση μου σταμάτησε μεμιάς. Πιθανόν να μπορούσαν κι άλλοι να με στρώσουν τόσο εύκολα· όμως οι γονείς μου δεν έπαιρναν τα ξεσπάσματά μου και πολύ στα σοβαρά. Ο μπαμπάς, διακωμωδώντας κι εγώ δεν ξέρω ποιον, γελούσε ολόκληρος όταν σχολίαζε ξανά και ξανά: «Αυτό το παιδί είναι αντικοινωνικό». Έλεγαν επίσης για μένα, με μια υποψία περηφάνιας πάντως: «Η Σιμόν πεισμώνει σαν μουλάρι». Εγώ το εκμεταλλεύτηκα. Επέτρεπα στον εαυτό μου κάθε καπρίτσιο· δεν υπάκουα μόνο και μόνο για την ευχαρίστηση της ανυπακοής. Στις οικογενειακές φωτογραφίες έβγαζα τη γλώσσα, γύριζα την πλάτη· γύρω μου όλοι γελούσαν.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=