SIMONE DE BEAUVOIR 22 δαμάσκηνο; Γιατί έπρεπε να σταματάω το παιχνίδι μου τη στιγμή ακριβώς που μου λένε; Παντού αντιμέτωπη με πειθαναγκασμούς, μα πουθενά δεν έβλεπα την αναγκαιότητά τους. Στο βάθος αυτών των αμείλικτων νόμων που πέφτουν πάνω μου και με πλακώνουν σαν βαριές πέτρες, διέκρινα ένα ιλιγγιώδες κενό: ήτανε το βάραθρο μες στο οποίο καταποντιζόμουν κι όλο μου το είναι τρανταζόταν απ’ τις οργισμένες κραυγές μου. Έπεφτα στο πάτωμα, χτυπιόμουν, αντιστεκόμουν με όλο μου το κορμί στην ανυπόστατη δύναμη που με τυραννούσε· την υποχρέωνα ν’ αποκτήσει μια υλική μορφή· με άρπαζαν από τα χέρια, μ’ έκλειναν στη σκοτεινή αποθήκη με τις σκούπες και τα ξεσκονιστήρια· εκεί, μπορούσα να κλοτσάω ή να χτυπάω πραγματικούς τοίχους αντί να παλεύω με την αδιόρατη βούληση των άλλων. Ήξερα καλά πόσο μάταιος ήταν ο αγώνας· από τη στιγμή που η μαμά μού πήρε απ’ τα χέρια το ζουμερό δαμάσκηνο, που η Λουίζ έβαζε το κουβαδάκι και τα φτυάρια μου στο καλάθι της, ήξερα πως είχα ηττηθεί· εγώ όμως δεν τα παρατούσα. Ολοκλήρωνα την ήττα μου. Οι σπασμοί και τα δάκρυα που μου θόλωναν τα μάτια συνέτριβαν τον χρόνο, έσβηναν τον χώρο, καταστρέφοντας μεμιάς το αντικείμενο της επιθυμίας μου και τα εμπόδια που με χώριζαν απ’ αυτό. Βούλιαζα στα σκοτάδια της αδυναμίας· μονάχα ο γυμνός εαυτός μου απόμενε, που ξέσπαγε σε παρατεταμένες κραυγές και ουρλιαχτά. Όχι μόνο οι μεγάλοι ταπείνωναν τη βούλησή μου, αλλά επιπλέον αισθανόμουν και βορά των συνειδήσεών τους, που ενίοτε έπαιζαν τον ρόλο ενός μεγαλόψυχου καθρέφτη·
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=