Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης

ANAΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΕΙ ΚΟΡΗΣ 21 γονείς μου έναν απέραντο σεβασμό για κάθε λογής έντυπο· όταν η Λουίζ μου διάβαζε μια ιστορία, ένιωθα πως είμαι κάποια άλλη, σπουδαία· λίγο λίγο όμως κάτι μ’ ενοχλούσε. «Συχνά, η καημένη η Λουίζ έκλαιγε πικρά σαν νοσταλγούσε τα πρόβατά της» έγραφε η θεία μου. Η Λουίζ δεν έκλαιγε ποτέ· δεν είχε πρόβατα κι άλλωστε μ’ αγαπούσε· και πώς να συγκρίνεις ένα κοριτσάκι με ένα πρόβατο; Από κείνη τη μέρα, άρχισα να ψυλλιάζομαι ότι η λογοτεχνία δεν είχε και τόσο ξεκάθαρες σχέσεις με την αλήθεια. Συχνά αναρωτιόμουν ποια ήταν η αιτία αυτών των ξεσπασμάτων, ποιο το νόημά τους. Πιστεύω ότι, εν μέρει, οφείλονταν σε μια παρορμητική ζωτικότητα και σε μια παντελή έλλειψη αυτοσυγκράτησης που δεν μ’ εγκατέλειψαν ποτέ εντελώς. Καθώς εξωθούσα τις απέχθειές μου μέχρι ναυτίας και τις σφοδρές επιθυμίες μου μέχρι εμμονής, μια άβυσσος χώριζε τα πράγματα που μου άρεσαν από εκείνα που μισούσα. Δεν μπορούσα να μένω αδιάφορη στην απότομη πτώση απ’ την πλησμονή στην ένδεια, απ’ την ευδαιμονία στη φρίκη· το αποδεχόμουν μόνο αν το θεωρούσα αναπόφευκτο· ποτέ δεν ξεσπούσα την οργή μου σε κάποιο απλό αντικείμενο. Αρνιόμουν όμως να ενδώσω σε τούτη την αδιόρατη δύναμη: τις λέξεις. Κι αυτό που μ’ εξόργιζε ήταν ότι μια φράση που κάποιος πετούσε ανέμελα, «πρέπει… δεν πρέπει», γκρέμιζε σε μια στιγμή όλα μου τα σχέδια, δηλητηρίαζε όλη μου την ευτυχία. Το αυθαίρετο των προσταγών και των απαγορεύσεων που πάνω τους προσέκρουα ήταν η απόδειξη της αντίφασής τους· χτες, ξεφλούδισα ένα ροδάκινο: και γιατί όχι εκείνο το

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=