SIRI HUSTVEDT ΜΕΤΆΦΡΆΣΗ: ΙΩΆΝΝΆ ΗΛΙΆΔΗ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΆΝΤΆΣΜΆΤΩΝ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ ΕΝΑ ΧΡΟΝΙΚΟ
Πρώτη έκδοση Οκτώβριος 2026 Τίτλος πρωτοτύπου Siri Hustvedt, Ghost Stories. A Memoir, Simon & Shuster Επιμέλεια-διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Στέλα Ζουμπουλάκη Προσαρμογή εξωφύλλου Ρεντουάν Αμζλάν © 2026, Siri Hustvedt © 2026, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-618-03-4840-8 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84840 Κ.Ε.Π. 6508, Κ.Π. 23409 Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα, τηλ.: 210 3647433 Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Λογοτεχνία
Siri Hustvedt Ιστορίες φαντασμάτων ΕΝΑ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Iωάννα Ηλιάδη
7 Χαμένος χρόνος Είμαι ζωντανή. Ο σύζυγός μου, ο Πολ Όστερ, είναι νεκρός. Πέθανε στις 30 Απριλίου 2024, στις 6:58 μ.μ., εδώ στο σπίτι στο Μπρούκλιν απ’ όπου γράφω τώρα αυτές τις λέξεις. Διαγνώστηκε με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα τον Ιανουάριο του 2023. Προηγουμένως όμως, στις αρχές Νοεμβρίου 2022, ο Πολ έκανε μια αξονική τομογραφία στα Επείγοντα του Νοσοκομείου Μάουντ Σαϊνάι Γουέστ. Ο ακτινολόγος εντόπισε μια μάζα στον αριστερό του πνεύμονα και επισήμανε ότι μπορεί να ήταν καρκίνος. Όλοι πεθαίνουμε, μα μόνο μερικοί ανάμεσά μας γνωρίζουμε ότι η ζωή μας θα μπορούσε να τελειώσει σύντομα. Παρότι πολλές φορές είχα σκεφτεί τι θα σήμαινε να ζω χωρίς τον Πολ, άρχισα να το φαντάζομαι πιο συχνά. Με φανταζόμουν να περιφέρομαι μες στο σπίτι μόνη. Με φανταζόμουν να πενθώ. Αν πεθάνει ο πατέρας σου, είπα στη Σόφι, την κόρη μας, θα χάσω την καθημερινότητά μου; Αυτό που δεν φαντάστηκα ήταν ότι μετά τον θάνατο του Πολ, ο χρόνος θα διαταρασσόταν ολοσχερώς. Θυμάμαι κι ύστερα ξεχνάω τι μέρα είναι. Θυμάμαι ότι έχουμε Μάιο κι
SIRI HUSTVEDT 8 ύστερα το ξεχνάω. Οι ώρες καλπάζουν, συχνά όμως τα λεπτά κινούνται αργά. Θέλω να κάνω το σώμα μου να ριζώσει στο ημερολόγιο και στο ρολόι, σ’ αυτούς τους αξιόπιστους, αν και τελικά πλασματικούς, δείκτες του χρόνου, αλλά δεν βρίσκω λογική στους τακτικούς χτύπους τους. Φοβάμαι πως αν σταματήσω να κοιτάζω την ημερομηνία, τη μέρα και την ώρα, θα χάσω τον προσανατολισμό μου, θα σκοντάψω στα σκαλιά και θα πέσω ή θα αιωρηθώ κάπου μακριά ξεκολλώντας από το έδαφος. Φτιάχνω λίστες και ημερολόγια. Λίστες και ημερολόγια βρίσκονται σε διάφορα τραπέζια και σε επιφάνειες παντού μες στο σπίτι. Ανησυχώ ότι θα ξεχάσω δουλειές, ραντεβού, λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν. Ανησυχώ ότι οι σκέψεις μου θα σκορπίσουν σε περισσότερα κομμάτια απ’ όσα μπορώ να ανασυλλέξω. Σκοπός μου είναι τώρα να ανασυλλέξω τον εαυτό μου. Δυσκολεύομαι να αναπνεύσω. Η καρδιά μου χτυπάει πάρα πολύ γρήγορα, όχι διαρκώς, αλλά αιφνιδιαστικά κατά διαστήματα. Νιώθω πόνους ανάμεσα στα πλευρά μου, κάποιες φορές έντονους. Πονάνε ο λαιμός μου και το κεφάλι μου. Τα νεύρα μου βουίζουν και μουρμουρίζουν, και ηλεκτρικά σήματα διατρέχουν πάνω κάτω τα μέλη μου. Τα σωθικά μου γουργουρίζουν και ο εντερικός ρυθμός μου έχει χαλάσει. Κάποια απ’ αυτά τα πράγματα είναι παλιές παθήσεις που έχουν επιδεινωθεί. Φαντάζομαι ότι έχω αναπτύξει έναν όγκο που αντικατοπτρίζει εκείνον που βρέθηκε στον πνεύμονα του Πολ, κι ότι σύντομα θα πεθάνω. Επιτρέπω στη
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ 9 φαντασίωση να ξεδιπλωθεί κι άλλο. Ίσως ο κατοπτρικός καρκίνος να είναι ένα σπάνιο ιατρικό φαινόμενο έξω από το πεδίο της συμβατικής επιστήμης, μια από εκείνες τις εκκεντρικότητες που έχουν εξοβελιστεί από τα «αποδεκτά στοιχεία». Χαίρομαι που μπορώ ακόμη να γελάω με τον εαυτό μου. Από την άλλη, βέβαια, πεθαίνουν και οι υποχόνδριοι από αρρώστιες. Κοιμάμαι με χάπια. Παίρνω στα χέρια μου ένα χαρτί ή ένα αντικείμενο που απαιτεί την προσοχή μου κι ύστερα βλέπω ένα άλλο που με καλεί. Αφήνω στην άκρη το πρώτο μόνο για να το εντοπίσω ώρες αργότερα, ένα άψυχο θύμα μιας ημιτελούς χειρονομίας. Μια στοίβα αδιάβαστες επιστολές και κάρτες συλλυπητηρίων στέκουν πάνω στο κόκκινο τραπέζι στην τραπεζαρία. Δεν αντέχω να τις ανοίξω. Όχι σήμερα. Θα περιμένω. Αύριο. Έρχεται το αύριο. Ανοίγω τα γράμματα, μα δεν καταλαβαίνω πάντα τι διαβάζω. Τα σύντομα, ευγενικά μηνύματα είναι καλύτερα. Υπάρχουν επίσης μεγάλες χειρόγραφες επιστολές πολλών σελίδων από ανθρώπους που δεν γνωρίζω. Ο Πολ πρέπει να τους ανήκε με κάποιον τρόπο, αλλά δεν μπορώ πάντα να διακρίνω πώς ακριβώς. Κάθομαι να γράψω τη λέξη αύριο για μια λίστα με πράγματα που
SIRI HUSTVEDT 10 πρέπει να κάνω. Όταν σκύβω να κοιτάξω, βλέπω ό,τι έχω γράψει χθες. Σκέφτομαι το σχόλιο του Φρόιντ σχετικά με τα αντίθετα στα όνειρα. Στον κόσμο του ύπνου, ο επιβλητικός σου φίλος μπορεί να συρρικνωθεί σε μέγεθος εντόμου. Η ζωή μου έχει πλέον μια χροιά ονείρου. Μπαίνω σε μια μισογεμάτη μπανιέρα και συνειδητοποιώ ότι έχω ξεχάσει να βγάλω τις κάλτσες μου. 14 Μαΐου. Η χήρα χρειάζεται ψυχοθεραπεία. Πηγαίνω να δω έναν ψυχίατρο-ψυχαναλυτή έπειτα από τις θερμές συστάσεις ενός ανθρώπου που εμπιστεύομαι. Η ανάγκη αυτή δεν είναι καινούργια για μένα. Ήμουν σε ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία επί έντεκα χρόνια. Με απελευθέρωσε. Η πανδημία οδήγησε τη Δρ. Κ. κι εμένα στο Zoom και, την άνοιξη του 2021, ενώ η δύναμη του θανατηφόρου ιού γύρω μας μειωνόταν, η θεραπεία έφτασε στο τέλος. Προγραμματίσαμε μια τελευταία διά ζώσης αποχαιρετιστήρια συνεδρία το φθινόπωρο. Δεν έγινε ποτέ. Την 1η Οκτωβρίου, η Δρ. Κ. πέθανε ξαφνικά και απροσδόκητα σε ηλικία εβδομήντα ενός ετών από καρδιακή προσβολή. Το σοκ του θανάτου της ήταν το πρώτο σε μια σειρά από σοκ. Αν ζούσε ακόμη, θα είχα πάρει τον δρόμο για το γραφείο της. Στο τέλος της ζωής του ο Πολ ήταν καθηλωμένος στο σπίτι, και καθώς δεν τολμούσα να τον αφήσω μόνο, το περπάτημα έγινε μια πολυτέλεια. Αποφάσισα να προσφέρω στον εαυτό μου άπλετο χρόνο και να πάρω τον υπόγειο προς την Άπερ Γουέστ Σάιντ.
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ 11 Για λόγους που δεν καταλαβαίνω φαίνεται ότι έχω ακολουθήσει λάθος διαδρομή προς το Γκραντ Άρμι Πλάζα. Αναγνωρίζω την αψίδα και τα αγάλματα, την πυκνή κίνηση στον κυκλικό κόμβο, τη βιβλιοθήκη στην απέναντι πλευρά του δρόμου, αλλά δεν μπορώ να βρω την είσοδο του σταθμού. Χρόνια και χρόνια παίρνω αυτό το τρένο. Τι μου έχει συμβεί; Ζητώ από τρεις περαστικούς να μου δείξουν την κατεύθυνση προς τα σκαλιά, αλλά σαν άνθρωπος που κατοικεί σε όνειρο, ούτε ένας από αυτούς δεν μπορεί να με οδηγήσει στη γραμμή 2/3. Ρίχνω μια ματιά στην ώρα. Μπορεί να χάσω την πρώτη συνάντηση με τον διακεκριμένο ψυχαναλυτή. Είμαι πλέον επισήμως ανοϊκή; Καλώ ένα Uber και φτάνω στη Σέντραλ Παρκ Γουέστ και Ογδοηκοστή Ένατη Οδό το λεπτό που είναι προγραμματισμένη να αρχίσει η συνεδρία. Τις μέρες αμέσως μετά τη μικρή υπαίθρια κηδεία του Πολ στο Κοιμητήριο Γκριν-Γουντ στις 3 Μαΐου, με κυρίευσε η παρόρμηση να ξεδιαλέξω, να πετάξω και να καθαρίσω. Όταν είμαι αναστατωμένη ή ανήσυχη συχνά κάνω καθαριότητα. Βάζω τον μικρό προσωπικό μου κόσμο σε απαστράπτουσα τάξη. Ασκώ κάποιον έλεγχο με το να ξεφορτώνομαι τη σκόνη και τα χνούδια και τις μουτζούρες. Δεν θα γινόμουν μια από εκείνες τις χήρες που αφήνουν τα ρούχα του άντρα τους στην ντουλάπα για μήνες ή ακόμα και χρόνια. Ένας νεκρός δεν χρειάζεται πουκάμισα, κλειδιά, κρέμα ξυρίσματος. Ένας νεκρός δεν μπορεί να είναι άρρωστος. Δεν παίρνει χάπια.
SIRI HUSTVEDT 12 Η μεγάλη διάφανη πλαστική σακούλα που περιείχε κάποτε μια καινούργια παπλωματοθήκη έγινε το σπίτι των φαρμάκων που είχαν απομείνει και τα οποία φυλούσα πίσω από μια στοίβα σεντόνια στη λινοθήκη. Ήταν τα πρώτα που έφυγαν. Φιαλίδια με δεξαμεθαζόνη, πρεδνιζόνη, μελοξικάνη, μιρταζαπίνη, ταμπλέτες νατρίου και μαγνησίου, λεβοθυροξίνη, οξυκωδόνη, ταμσουλοσίνη, τριμεθοπρίμη-σουλφαμεθοξαζόλη, σουκραλφάτη, φαμοτιδίνη, γκαμπαπεντίνη. Μερικά έμπλαστρα φαιντανύλης. Δοχεία των πέντε, δέκα, και είκοσι μιλιγκράμ υδροκορτιζόνης. Μια σύριγγα και ένα μικροσκοπικό γυάλινο μπουκάλι για ένεση από το ίδιο στεροειδές σε περίπτωση ενδοκρινολογικής κρίσης, συσκευασίες μπλίστερ με Zofran, μπουκάλια με υγρή σουκραλφάτη και λακτουλόζη. Αυτά τα θυμάμαι. Αναμφίβολα υπήρχαν στη σακούλα κι άλλα φάρμακα που συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια του ενάμιση χρόνου που κράτησε η θεραπεία για τον καρκίνο του Πολ, φάρμακα που συνταγογραφήθηκαν, διακόπηκαν, και κάποιες φορές συνταγογραφήθηκαν ξανά, ανάλογα με την έκτακτη ανάγκη της στιγμής. Υπήρξαν πολλές έκτακτες ανάγκες. Φύλαξα ένα δυο διαγράμματα που είχα σχεδιάσει για την ημερήσια λήψη φαρμάκων του Πολ, με τα ονόματα των φαρμάκων και τον λόγο για τον οποίο χρειάζονταν, συνοδευόμενα από μία, δύο, τρεις ή τέσσερις γραμμές τις οποίες συμπλήρωνα με το χέρι: 7:46 π.μ., 12:00 μ.μ., 4:35 μ.μ. Γνώριζα ότι τα αχρησιμοποίητα φάρμακα δεν έπρεπε να πετιούνται στα σκουπίδια, στον νιπτήρα ή στην τουαλέτα,
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ 13 κι έτσι η σακούλα με τα απορρίμματα συνέχιζε να μεγαλώνει ώσπου το φερμουάρ της άρχισε να κλείνει με δυσκολία. Μετά την κηδεία του Πολ, η Άστι, η αδερφή μου, πήρε τη σακούλα και την παρέδωσε σε ένα φαρμακείο στη γειτονιά της, όπου κάτι κάνουν με αυτά τα φάρμακα. Τι ακριβώς κάνουν δεν το ξέρω, και, παρότι συνήθως νιώθω περιέργεια για τα πάντα, δεν με νοιάζει. Κάποια από αυτά τα χάπια κράτησαν τον Πολ περισσότερο καιρό στη ζωή. Άλλα τον έκαναν να αισθάνεται καλύτερα. Κάποια τον έκαναν χειρότερα. Όταν άφησα τη σακούλα στα χέρια της Άστι, η ανακούφιση που ένιωσα ήταν ακόμα μεγαλύτερη απ’ ό,τι είχα φανταστεί. Τη μισούσα εκείνη τη σακούλα. Αν είχα βρει το κουράγιο να βάλω στη σειρά εκείνα τα μικρά φιαλίδια και μπουκαλάκια, ίσως να είχαν λειτουργήσει ως μια απτή χρονική καταγραφή της ασθένειας προς θάνατο, αλλά οι αριθμοί συνταγογράφησης, οι ημερομηνίες εκτέλεσης των συνταγών και τα ονόματα των φαρμάκων που ενίοτε δυσκολευόμουν να προφέρω, οι οδηγίες λήψης και οι ανεπιθύμητες ενέργειες στα μπουκάλια όχι μόνο ούρλιαζαν στα αυτιά μου αποτυχημένη θεραπεία, αλλά ήταν υπενθυμίσεις της δικής μου συνεχιζόμενης κατάστασης ελεγχόμενου πανικού που φούσκωνε και υποχωρούσε επί σειρά μηνών. Χορηγούσα τα σωστά φάρμακα, αν και μερικές φορές αργούσα να τα πάω στον Πολ. Καθόμουν δίπλα στον σύζυγό μου κατά τη διάρκεια των τετράωρων και πεντάωρων θεραπειών έγχυσης. Καθόμουν δίπλα του στην Αίθουσα Επειγόντων,
SIRI HUSTVEDT 14 και δίπλα στο κρεβάτι του τη μια μέρα μετά την άλλη όταν νοσηλευόταν. Διαχειριζόμουν την πλατφόρμα της πύλης ασθενών του Μεμόριαλ Σλόαν Κέτερινγκ και τακτικά συνέτασσα ερωτήσεις προς τους γιατρούς και τις νοσοκόμες. Αφομοίωσα αμέτρητες ιατρικές δημοσιεύσεις σχετικά με τον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (ΜΜΚΠ) και τη θεραπεία του. Αυτό με βοηθούσε να κάνω εύλογες ερωτήσεις στους γιατρούς του Πολ, κι ωστόσο, η φαινομενική μου ευχέρεια και το σθένος μου έκρυβαν το γεγονός ότι ζούσα με φόβο. Φοβόμουν ότι θα του έδινα τα λάθος χάπια ή ότι δεν θα κατάφερνα να αναγνωρίσω τα συμπτώματα μιας επικείμενης επείγουσας ανάγκης, κυρίως όμως φοβούμουν αυτό που δεν μπορούσα να ελέγξω – τον θάνατό του. Αφότου πέθανε ο Πολ, ο πόνος του και η επαγρύπνησή μου έχασαν το νόημά τους, όπως έχασαν το νόημά τους οι θεραπείες για τον καρκίνο και οι θεραπείες για την αντιμετώπιση των φρικιαστικών συνεπειών των ίδιων των θεραπειών για τον καρκίνο. Οι «ανεπιθύμητες ενέργειες» της νιβολουμάμπης, του φαρμάκου ανοσοθεραπείας, ενός αναστολέα του σημείου ελέγχου, έδωσαν τέλος στη ζωή του Πολ προτού προλάβει να το κάνει ο καρκίνος. Τη νιβολουμάμπη δεν τη φυλούσα στη σακούλα. Χορηγούνταν με έγχυση, μαζί με τα φάρμακα χημειοθεραπείας Carboplatin και Paclitaxel. Δίνοντας εκείνη τη σακούλα στην αδερφή μου δεν απαλλάχτηκα από την ανάμνηση, αλλά ελευθερώθηκα από το να κοιτάζω τις απτές αποδείξεις
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ 15 των όσων είχε υπομείνει ο Πολ και είχα δει με τα μάτια μου εγώ. Τα τζιν του, τα μακό μπλουζάκια του, τα παπούτσια, οι ζώνες, οι κάλτσες, τα μποξεράκια, τα πουλόβερ, το μοναδικό κοστούμι του (σπανίως το φορούσε), ένα σμόκιν και τα παλτά του έχουν, τα περισσότερα, εξαφανιστεί, δόθηκαν σε μέλη της οικογένειας ή δωρίστηκαν σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Το δερμάτινο μπουφάν του με την επένδυση από μαλλί προβάτου που αγόρασε στην Αργεντινή χρόνια πριν (εκείνος θα ήξερε ακριβώς τη χρονιά), και το οποίο φορούσε αδιάκοπα, κρέμεται ακόμη στην ντουλάπα με τα πανωφόρια στον όροφο της εισόδου. Σκοπεύω να το φορέσω όταν κρυώσει πάλι ο καιρός. Σκοπεύω να συνεχίσω να τυλίγομαι με αυτό το κατάλοιπο του αγαπημένου μέχρι να διαλυθεί. Όταν το είδα ψάχνοντας τις ντουλάπες μου, το τράβηξα από την κρεμάστρα του και έχωσα το πρόσωπό μου μέσα στη γούνα. Ήλπιζα να τον εισπνεύσω ερήμην του, αλλά μύρισα μόνο κλεισούρα και δέρμα, τίποτε ανθρώπινο. Η ντουλάπα στην κρεβατοκάμαρά μας έχει πλέον άφθονο χώρο. Εξακολουθώ να χρησιμοποιώ το δεύτερο πληθυντικό. Παρότι άδειασε από την περιορισμένη γκαρνταρόμπα του, εξακολουθεί να είναι η ντουλάπα «μας». Εξακολουθεί να είναι η κρεβατοκάμαρά «μας». Όσο θα ζω εδώ, νομίζω ότι θα είναι δική μας. Μέσα της δεν υπάρχει πια κανένα από τα ρούχα του, αλλά ο χρόνος την έκανε δική μας.
SIRI HUSTVEDT 16 Πού είναι αυτός ο χρόνος τώρα; Πέταξα τα μποξεράκια του. Για πολλά χρόνια, ο Πολ αγόραζε καρό μποξεράκια Fruit of the Loom σε πακέτα των τριών από ένα κατάστημα στην Πέμπτη Λεωφόρο στο Μπρούκλιν. Νωρίς στον γάμο μας, έμαθα να μην ανακατεύομαι με τις ενδυματολογικές του επιθυμίες, που ήταν απλές αλλά αδιαπραγμάτευτες. Του άρεσε να πηγαίνει με τα πόδια σ’ εκείνο το οικονομικό κατάστημα και να αγοράζει μαύρα τζιν Levi’s, βαριά μακό φανελάκια μιας συγκεκριμένης μάρκας, και τα μποξεράκια. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ήταν, αλλά είχαμε αρχίσει την κατ’ οίκον παρηγορητική θεραπεία, και η γενική αδυναμία του δεν του επέτρεπε να ντυθεί μόνος, οπότε τον βοηθούσα να βάλει τα ρούχα του. Ένα από εκείνα τα πρωινά, καθώς έψαχνα βιαστικά στο συρτάρι με τα εσώρουχά του, μου είπε, Όχι τα κόκκινα. Όχι τα κόκκινα; Δεν μου αρέσουν τα κόκκινα. Εννοείς ότι δεν σου άρεσαν ποτέ τα κόκκινα; Φαίνεται πως δεν του άρεσαν ποτέ τα κόκκινα. Έμεναν στο συρτάρι. Κοιτάζοντάς τα πιο προσεκτικά, παρατήρησα ότι φαίνονταν πιο καινούργια από τα άλλα. Αγόραζε τα πακέτα των τριών για τα μπλε και τα πράσινα καρό. Τα κόκκινα ήταν μια θυσία.
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ 17 Χρόνια και χρόνια με καρό μποξεράκια, και δεν είχα ιδέα ότι δεν του άρεσαν τα κόκκινα. Αφού του πέρασα το φανελάκι από το κεφάλι, ένα λευκό εκείνο το πρωί, όχι μαύρο, μου είπε, Είσαι τόσο καλή μαζί μου, Σίρι. Και του χάιδεψα το πρόσωπο και του απάντησα στα νορβηγικά, Det skulle bare mangle. Με τα χρόνια ο Πολ είχε μάθει διάφορες φράσεις στα νορβηγικά, την πρώτη μου γλώσσα. Τούτη είναι μία από αυτές. Κυριολεκτικά σημαίνει Αυτό έλειπε. Μετάφραση: Μα φυσικά. Εννοείται. Καθώς το γράφω αυτό, απορώ με την αποφασιστικότητα με την οποία επιτέθηκα στο γραφείο του Πολ. Τις περισσότερες μέρες του τις περνούσε γράφοντας από το πρωί μέχρι το απόγευμα σε ένα μικρό δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού μας, κοντά στον κήπο. Τώρα δεν θα είχα το κουράγιο να το κάνω, αλλά τότε ήταν για μένα σαν αποστολή. Εικάζω ότι υπήρχαν τουλάχιστον εκατόν πενήντα στιλογράφοι πάνω στην επιφάνεια του γραφείου του Πολ: πένες μελάνης, στιλό, στιλό διαρκείας και στιλό υγρής μελάνης, είτε απλωμένα πάνω στο γραφείο του σε ακανόνιστες σειρές είτε εξέχοντας από δοχεία. Είχε περί τα δέκα ή δώδεκα μηχανικά μολύβια. Είχε ένα απόθεμα από ταινίες γραφομηχανής για τη χειροκίνητη γραφομηχανή του, μάρκας Olympia, που θα του έφτανε για αρκετές ακόμα πολύχρονες ζωές ή για να εξοπλιστεί ένας μικρός στρατός Λουδιτών γραφιάδων. Είχε μικρές τετράγωνες ταινίες διόρθωσης που τοποθετούσε κάτω από τα πλήκτρα (όχι τεράστιο απόθεμα
SIRI HUSTVEDT 18 από δαύτες). Είχε αρκετές πολυχρησιμοποιημένες γόμες και τριάντα πέντε σημειωματάρια Clairefontaine, από εκείνα με τις μικροσκοπικές γραμμοσκιάσεις. Προτού δακτυλογραφήσει τα χειρόγραφά του στην Olympia, έγραφε όλα του τα βιβλία με το χέρι σε κάποιο από εκείνα τα σημειωματάρια. Δεν πειράζαμε ο ένας τον χώρο εργασίας του άλλου. Ήταν ιεροί. Δεν άγγιζε ποτέ το γραφείο μου. Δεν άγγιζα ποτέ το δικό του. Ούτε που φανταζόμουν ότι είχε τόσο πολλά στιλό, ταινίες γραφομηχανής και σημειωματάρια. Συχνά έψαχνα να βρω ένα στιλό που ήμουν σίγουρη ότι το είχα αφήσει σε ένα συρτάρι της κουζίνας και δεν το έβρισκα. Εκείνος πάντα είχε τουλάχιστον ένα (συχνά δύο ή τρία) στιλό στην μπροστινή τσέπη του τζιν του. Αν η θλίψη είναι ένα συναίσθημα κάπου ανάμεσα στην αμυδρή τρυφερότητα και τον πόνο, τότε αυτό που ένιωσα όταν είδα τα στιλό και ανακάλυψα όλες τις ταινίες ήταν θλίψη. Τα στιλό εξακολουθούν να πωλούνται σχεδόν παντού, αλλά τις ταινίες γραφομηχανής και τις διορθωτικές ταινίες δεν τις βρίσκεις τόσο εύκολα, άρα είχε νόημα για τον Πολ να είναι προετοιμασμένος για την ενδεχόμενη εξαφάνισή τους, όχι μόνο από την πόλη της Νέας Υόρκης, αλλά από προσώπου γης. Μου άρεσε το κροτάλισμα της γραφομηχανής του όταν χτυπούσε τα πλήκτρα της, γρήγορα κι ύστερα πιο αργά κι ύστερα πάλι γρήγορα. Μου αρέσει η αντίσταση των πλήκτρων
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ 19 στα δάχτυλά μου, έλεγε. Ο Πολ «κρατούσε τον ρυθμό» με τα δικά του εργαλεία. Στις συγγραφικές του συνήθειες, ο νεαρός άντρας συνέχιζε να ζει μέσα στον ηλικιωμένο. Η γραφομηχανή στέκει πάνω στο γραφείο του ακριβώς όπως άλλοτε, ένα βουβό πράγμα που έχει χάσει πλέον τη θέση του στο συγγραφικό τελετουργικό. Χούγια, συνήθειες, τελετουργικά δημιουργούν νόημα με την επανάληψη, και η επανάληψη αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως οχυρό ενάντια στο άγχος. Ο Πολ δεν έκανε νευρικές κινήσεις ούτε έτρωγε τα νύχια του. Ποτέ δεν ήταν εμφανώς νευρικός, αλλά η ανησυχία χρωμάτιζε τη ζωή του. Φτάναμε στα αεροδρόμια ώρες νωρίτερα, πολλά οικογενειακά αστεία πήγαζαν απ’ αυτό. Όταν ήμουν εγώ εκείνη που είχε αναλάβει να κανονίσει για αυτοκίνητα ή να κλείσει αεροπορικά εισιτήρια (τον καιρό των χάρτινων εισιτηρίων), τα έλεγχε ξανά και ξανά για να σιγουρευτεί ότι είχα κάνει αυτό που επανειλημμένως του είχα πει ότι είχα κάνει. Ήταν κτητικός με τα αντικείμενα που θεωρούσε προέκταση του ίδιου του του σώματος – στιλό, αλλά και τα κλειδιά του σπιτιού επίσης, το μικροσκοπικό ημερολόγιο που του παράγγελνα κάθε χρόνο από το Charing Cross, και το πορτοφόλι του – και τα τρία τα κρατούσε στη δεξιά μπροστινή του τσέπη. Τα αντικείμενα αυτά δεν μπορούσε να τα αγγίξει κανένας άλλος. Όταν ήταν στο νοσοκομείο και βρισκόταν σε παραλήρημα, τα κλειδιά, το ημερολόγιο και το πορτοφόλι του ήταν φυλαγμένα σε μια πλαστική σακούλα σε ένα συρτάρι δίπλα στο κρεβάτι του, αλλά δεν βρίσκονταν πλέον επάνω
SIRI HUSTVEDT 20 του. Όταν ξυπνούσε στο ξένο κρεβάτι και δεν τα έβρισκε, τηλεφωνούσε σ’ εμένα ή στον γαμπρό μας, τον Σπένσερ. Είχε σημειώσει τα ραντεβού που έπρεπε να θυμηθεί. Δεν είχε χρήματα. Πού θα έβρισκε ταξί; Πώς θα έμπαινε πάλι στο σπίτι; Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σηκωθεί μόνος του από το κρεβάτι. «Η σχέση της αγωνίας με το αντικείμενό της» γράφει ο Σέρεν Κίρκεγκορ στην Έννοια της αγωνίας «είναι με κάτι που δεν είναι τίποτα». Η αγωνία, λέει ο φιλόσοφος, είναι σαν να κοιτάζεις την άβυσσο. Ο Πολ χρησιμοποιούσε επανειλημμένως αυτή τη λέξη για τον θάνατο τον τελευταίο χρόνο της ζωής του. Έχω περάσει πολύ καιρό κοιτάζοντας την άβυσσο, έλεγε. Το κουράγιο με το οποίο κοιτούσε την άβυσσο ο Πολ με συγκλόνιζε. Ο γραφικός του χαρακτήρας βρίσκεται παντού, σε ολόκληρο το σπίτι, σε μικρά σημειώματα και χαρτιά, στα μπλοκ επιταγών που είναι φυλαγμένα σε ένα ντουλάπι στη βιβλιοθήκη. Υπάρχει ένας άσπρος φάκελος σε έναν φαρδύ πάγκο κάτω από τα ράφια με τα βιβλία στη βιβλιοθήκη, τον οποίο δεν έχω ανοίξει ακόμη. Μέσα του, πάνω σε μια κόλλα χαρτί, βρίσκονται τα ονόματα των ανθρώπων που ήθελε να προσκληθούν στο μνημόσυνό του, όπως επίσης και σημειώ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ 21 σεις για τη διαθήκη του, την οποία άλλαξε λίγες μόνο ημέρες προτού πεθάνει. Απέξω είναι γραμμένες οι λέξεις: Για Σίρι/Σόφι Σημειώσεις για το Επέκεινα. 1/1/23. Προτού πεθάνει ο Πολ, χαμογελούσα με το καυστικό χιούμορ του Επέκεινα. Τώρα πια δεν μου φαίνεται καθόλου αστείο. Η Σόφι και εγώ ζούμε στο Επέκεινα, και εδώ η λογική του χώρου και του χρόνου έχει γίνει άνω κάτω. Αποθηκεύω τη συσκευή του φαξ στο υπόγειο. Ο Πολ κι εγώ είχαμε από κοινού μια βοηθό, την Τζεν Ντόχερτι, που είναι πια μόνο δική μου βοηθός. Η Τζεν έστελνε με φαξ στον Πολ τα ιμέιλ που λάμβανε για λογαριασμό του. Ύστερα εκείνος της τηλεφωνούσε, υπαγόρευε απαντήσεις στις ερωτήσεις της ή απλώς έλεγε ναι ή όχι, και εκείνη ακολουθούσε τις οδηγίες του. Η επένδυση του άντρα μου στη γοργή ανάπτυξη των τεχνολογιών επικοινωνίας έλαβε λίγο πολύ τέλος με τη συσκευή του φαξ, αν και υπήρχαν εξαιρέσεις. Έχοντας κουραστεί να βλέπω τον Πολ στην πόρτα του γραφείου μου, με ορθάνοιχτα μάτια και απολογητικό ύφος για την ενόχληση, όταν ήθελε να ρωτήσει κάτι σχετικά με μια ημερομηνία ή ένα στοιχείο που έπρεπε να τσεκάρει στο ίντερνετ, του αγόρασα ένα iPad, ένα συμπλήρωμα στο δικό μου, το οποίο χρησιμοποιούσε χωρίς δικό του ιμέιλ ως ερευνητικό εργαλείο.
SIRI HUSTVEDT 22 Κανένας δεν μου στέλνει φαξ. Με εξαίρεση εκείνα που έστελνε η Τζεν, τα μόνα άλλα φαξ που λαμβάναμε ήταν από εταιρείες που κατασκεύαζαν στέγες. Εκείνο το μηχάνημα ξερνούσε τακτικά διαφημίσεις για καινούργιες στέγες. Μάλλον στέγες, έλεγα στον Πολ. Μάλλον, έλεγε εκείνος, κι ύστερα κατέβαινε στον κάτω όροφο για να κοιτάξει. Ο Πολ δεν είχε κινητό τηλέφωνο. Όταν χτυπούσε το σταθερό, ήξερα ότι ήταν για εκείνον. Δεν το σήκωνα ποτέ. Από τον θάνατό του και μετά, δεν έχει χτυπήσει παρά ελάχιστα. Όταν χτυπάει, συνήθως είναι η ατζέντισσα του Πολ, η Κάρολ Μαν. Του τηλεφωνούσε σχεδόν καθημερινά σε αυτόν τον αριθμό. Τις Κυριακές το πρωί, ξέρω ότι είναι η αδερφή του Πολ, η Τζάνετ. Μιλούσαν κάθε εβδομάδα. Τώρα δέχομαι εγώ το τηλεφώνημα. Οι μόνες άλλες κλήσεις είναι από ρομπότ, κοράκια μεσιτικών γραφείων που κόβουν κύκλους γύρω από νεκρολογίες, και απατεώνες που λυμαίνονται τους ηλικιωμένους ανθρώπους που έχουν διατηρήσει τα σταθερά τους τηλέφωνα. Το τετραώροφο σπίτι στο Μπρούκλιν όπου ζούσαμε σταθερά επί τριάντα χρόνια ο Πολ κι εγώ, όπου μεγάλωσε η κόρη μας η Σόφι και ζούσε ο προγονός μου ο Ντάνιελ, όταν δεν ήταν στη μητέρα του, έγινε αχανές μέσα σε μια νύχτα.
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ 23 Οι δυο μας ζούσαμε σε αυτόν τον χώρο για πολύ καιρό χωρίς τα παιδιά, και το σπίτι μού φαινόταν ευρύχωρο αλλά όχι τεράστιο. Όταν κοιτάζω τις πολλές χιλιάδες βιβλία μας, που ντύνουν τους τοίχους, νιώθω τα μπράτσα μου να πονάνε, θαρρείς και κάποιος μου είπε ότι πρέπει να βάλω τους τόμους σε κούτες και να τους κουβαλήσω μόνη μου σε κάποια άλλη τοποθεσία. Όταν πρωταρχίσαμε να ζούμε μαζί το 1981, νοικιάζαμε τους δύο τελευταίους ορόφους σε ένα σπίτι στον αριθμό 18 της Τόμκινς Πλέις, στο Κομπλ Χιλ του Μπρούκλιν. Εκτός από βιβλία, τον καιρό εκείνο είχα ελάχιστα πράγματα. Χαρίσαμε τα διπλά μας αντίτυπα, που ήταν πολλά. Διαλέξαμε να κρατήσουμε την καλύτερη έκδοση από το καθένα. Θυμάμαι που σκεφτόμουν: Αυτό πραγματικά σημαίνει ότι πρέπει να μείνουμε μαζί. Τώρα η Σόφι ζει στο δικό της σπίτι, στο Μπέντφορντ Στάιβεσαντ, μια άλλη γειτονιά του Μπρούκλιν, μαζί με τον σύζυγό της, τον Σπένσερ, και το μωρό τους, τον Μάιλς, που γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου του 2024. Θα ήταν απολύτως λογικό να παραχωρήσω στους τρεις τους στην Οδό Χάλσι μερικά δωμάτια από τούτο το σπίτι αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, αλλά δεν είναι. Παρόλο που τα έπιπλα έχουν αντικατασταθεί με τα χρόνια, η διαρρύθμιση των δωματίων του σπιτιού μας παραμένει ίδια. Η κουζίνα και τα μπάνια ανακαινίστηκαν, οι καρέκλες
SIRI HUSTVEDT 24 και οι καναπέδες ντύθηκαν με νέες ταπετσαρίες· οι τοίχοι βάφτηκαν, αλλά με τον καιρό η ομοιότητα έχει υπερισχύσει της διαφοράς. Καθώς κινούμαι μέσα στο σπίτι μόνη, μιμούμαι τους ρυθμούς μας πριν από τον θάνατο του Πολ στους χώρους που παραμένουν μετά τον θάνατό του. Το σπίτι είναι ένα πραγματικό σπίτι, μα είναι επίσης και μια αρχιτεκτονική της μνήμης. Όλα τα σπίτια που κατοικήθηκαν από τα ίδια άτομα για κάποιο διάστημα γίνονται ζώνες επανάληψης χειρονομιών· γεύματα ετοιμάστηκαν και καταναλώθηκαν, σκουπίδια βγήκαν και αλληλογραφία μπήκε, καφετιέρες άναψαν και έσβησαν, βραστήρες έβρασαν νερό για το τσάι, κρεβάτια φτιάχτηκαν και πλυμένα ρούχα διπλώθηκαν, ντους και μπάνια, δόντια βουρτσίστηκαν και πρόσωπα πλύθηκαν, και πάει λέγοντας. Όλα αυτά ανήκουν σε διάφορες μορφές ενσώματης μνήμης. Εκτελώ τούτες τις κοινότοπες δουλειές ακριβώς όπως πριν. Τα μέλη μου κινούνται. Εισπνέω και εκπνέω. Η καρδιά μου χτυπάει. Η ομοιότητα είναι αισθητή στις κινήσεις μου, και υπάρχει μια παρηγοριά στην επανάληψή τους, αλλά ο ρυθμός των πράξεων αυτών είναι επίσης ακανόνιστος. Το μοτίβο έχει στραβώσει. Έχω χάσει τον παλιό συγχρονισμό. Κάθε Κυριακή, τα «παιδιά» (η συντομογραφία της Σίρι και του Πολ για τη Σόφι και τον Σπένσερ) έρχονται για φαγητό.
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ 25 Την περασμένη Κυριακή, τα παιδιά ήταν εδώ για φαγητό. Φάγαμε ξιφία στην ξύλινη βεράντα απολαμβάνοντας το ανοιξιάτικο αεράκι ενώ το παιδί των παιδιών, ο Μάιλς, που συγκροτείται ακόμη αποκλειστικά από γάλα, κοιτούσε την αναρριχώμενη ορτανσία με κατάπληξη, γελούσε κακαριστά, έβγαζε ήχους που έμοιαζαν με συζήτηση, και δάγκωνε την μπουνιά του. Ο Σπένσερ έβαλε τα πιάτα στο πλυντήριο. Τη Δευτέρα το πρωί το άνοιξα και κοίταξα τα τρία καθαρά πιάτα, στοιβαγμένα με τάξη και η αυτο-ανάκριση άρχισε. Τα «παιδιά» ήταν εδώ χθες, την Κυριακή, ως συνήθως. Πού είναι το τέταρτο πιάτο; Έσπασε; Τα σπασμένα κομμάτια ενός μπλε και άσπρου πιάτου πράγματι αιωρήθηκαν μπροστά μου σαν νοερή εικόνα. Γιατί δεν θυμάμαι; Έκανα τις ερωτήσεις αυτές στον εαυτό μου με απόλυτη σοβαρότητα. Η απορία μου είχε τις ρίζες της στη συνήθεια, και χρειάστηκε να περάσει τουλάχιστον ένα λεπτό για να ξαναβρώ τον προσανατολισμό μου. Αν με είχε ρωτήσει κανείς «Έχει πεθάνει ο σύζυγός σου;» αυτομάτως θα είχα απαντήσει ναι. Το σάστισμά μου με το πιάτο που έλειπε δεν είχε καμία σχέση με τούτη τη βεβαιότητα. Προερχόταν από κάπου αλλού, από μια οπτική αντίληψη που είχε γίνει αυτόματη, και η εσωτερική αφηγήτριά μου, εκείνη η ενσυνείδητη «φωνή» μες στο κεφάλι μου, ακολουθούσε υπάκουα. Μετά τον θάνατο της μητέρας μου, κάθε μέρα αργά το μεσημέρι πήγαινα να σηκώσω το τηλέφωνο για να την πάρω. Ποτέ δεν πληκτρολόγησα στ’ αλήθεια τον αριθμό της.
SIRI HUSTVEDT 26 Ο Πολ λάτρευε τη βιβλιοθήκη στον τρίτο όροφο του σπιτιού. Κατά κύριο λόγο εκείνος ήταν υπεύθυνος για τη διάταξη των βιβλίων σ’ αυτό το δωμάτιο, τμήματα της οποίας εξακολουθώ να τα θεωρώ παράλογα. Πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, αρχές καλοκαιρού, τον έπιασε μια μανία να αναδιατάξει τα βιβλία, όχι μόνο στο συγκεκριμένο δωμάτιο αλλά σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Χαρίσαμε πολλές εκατοντάδες βιβλία που αποφασίσαμε ότι δεν μας ήταν πλέον σημαντικά. Έκανα διάφορες λογικές προτάσεις σχετικά με ένα σύστημα, μεταξύ των οποίων απλώς το να μείνουμε στην αλφαβητική σειρά. Φτάσαμε σε έναν συμβιβασμό σχετικά με κάποιου είδους τάξη, μια ταξινόμηση βάσει είδους, γλώσσας και αιώνα. Μας πήρε μέρες να οργανωθούμε. Ένα βράδυ, κοντά στην ολοκλήρωση του έργου, με μερικές εκατοντάδες βιβλία ακουμπισμένα ακόμη στο πάτωμα της βιβλιοθήκης, πέσαμε για ύπνο. Γύρω στις δύο το πρωί, ξύπνησα. Μη βρίσκοντας τον Πολ δίπλα μου, βγήκα στον διάδρομο, είδα ένα φως να έρχεται από τη βιβλιοθήκη, άνοιξα την πόρτα και τον είδα να ισορροπεί αβέβαια πάνω σε μια σκάλα καθώς έσπρωχνε να βάλει τα βιβλία στα ράφια. Φορούσε μόνο το μποξεράκι του (πρέπει να ήταν ή μπλε ή πράσινο καρό). Έβαλα τα γέλια και του είπα να έρθει στο κρεβάτι. Μπορούσε να τα τελειώσει το πρωί. Έμεινε εκεί. Στο όνομα της ολοκλήρωσης του έργου, η «τάξη» ξέπεσε στην εκκεντρικότητα. Για όνομα του Θεού, πού είναι η Γερτρούδη Στάιν; τον ρωτούσα ουρλιάζοντας.
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ 27 Η τηλεόραση επίσης βρίσκεται στη βιβλιοθήκη. Τις νύχτες που ήμασταν στο σπίτι, το βράδυ βλέπαμε ταινία. Ο Πολ αποθήκευε τις ταινίες σε ένα DVR (άλλη μια τεχνολογία που του άρεσε). Σου φύλαξα αυτήν εδώ με τη Λουσίλ Μπολ. Θες να τη δεις; Όταν στρίβω ελαφρώς προς τ’ αριστερά εδώ στο γραφείο μου, βλέπω τον γραφικό χαρακτήρα του Πολ σε ένα κομμάτι χαρτί που έντυνε ένα από τα κουτιά του με τα Schimmelpennicks, τα πουράκια που κάπνιζε επί δεκαετίες. Είναι στερεωμένο με μια πινέζα σε έναν πίνακα ανακοινώσεων μπροστά μου, έναν χώρο για διάφορα μικροπράγματα –καρτ ποστάλ, κάνα δυο τιμητικές παραπομπές σε διδακτορικές διατριβές, ανακοινώσεις βραβείων, τρεις παλιές ζωγραφιές μου, μια κονκάρδα WE ARE SALMAN RUSHDIE, ένα YES WE DID από μετά την πρώτη εκλογή του Ομπάμα, φωτογραφίες με τον Πολ και τη Σόφι, τους γονείς μου και τις αδερφές μου –τη Λιβ, την Άστι και την Ίνγκι (Ίνγκριντ)–, τους πιο αγαπημένους. Πάνω στο χαρτί από τα πουράκια: «Έχω 17 σεντς στην τσέπη και τα ρούχα που φοράω, αλλά έχω μια ιδέα. Dames, Τζόαν Μπλοντέλ, 1934». Τον πρώτο καιρό του έρωτά μας, ο Πολ κι εγώ πηγαίναμε σινεμά σε ολόκληρη την πόλη. Μια ανάμνηση που επιστρέφει: το 1981, όχι πολύ καιρό αφότου γνωριστήκαμε, ο Πολ κι εγώ είδαμε το Ένα δέντρο
www.metaixmio.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=