Ιστορίες φαντασμάτων

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ 25 Την περασμένη Κυριακή, τα παιδιά ήταν εδώ για φαγητό. Φάγαμε ξιφία στην ξύλινη βεράντα απολαμβάνοντας το ανοιξιάτικο αεράκι ενώ το παιδί των παιδιών, ο Μάιλς, που συγκροτείται ακόμη αποκλειστικά από γάλα, κοιτούσε την αναρριχώμενη ορτανσία με κατάπληξη, γελούσε κακαριστά, έβγαζε ήχους που έμοιαζαν με συζήτηση, και δάγκωνε την μπουνιά του. Ο Σπένσερ έβαλε τα πιάτα στο πλυντήριο. Τη Δευτέρα το πρωί το άνοιξα και κοίταξα τα τρία καθαρά πιάτα, στοιβαγμένα με τάξη και η αυτο-ανάκριση άρχισε. Τα «παιδιά» ήταν εδώ χθες, την Κυριακή, ως συνήθως. Πού είναι το τέταρτο πιάτο; Έσπασε; Τα σπασμένα κομμάτια ενός μπλε και άσπρου πιάτου πράγματι αιωρήθηκαν μπροστά μου σαν νοερή εικόνα. Γιατί δεν θυμάμαι; Έκανα τις ερωτήσεις αυτές στον εαυτό μου με απόλυτη σοβαρότητα. Η απορία μου είχε τις ρίζες της στη συνήθεια, και χρειάστηκε να περάσει τουλάχιστον ένα λεπτό για να ξαναβρώ τον προσανατολισμό μου. Αν με είχε ρωτήσει κανείς «Έχει πεθάνει ο σύζυγός σου;» αυτομάτως θα είχα απαντήσει ναι. Το σάστισμά μου με το πιάτο που έλειπε δεν είχε καμία σχέση με τούτη τη βεβαιότητα. Προερχόταν από κάπου αλλού, από μια οπτική αντίληψη που είχε γίνει αυτόματη, και η εσωτερική αφηγήτριά μου, εκείνη η ενσυνείδητη «φωνή» μες στο κεφάλι μου, ακολουθούσε υπάκουα. Μετά τον θάνατο της μητέρας μου, κάθε μέρα αργά το μεσημέρι πήγαινα να σηκώσω το τηλέφωνο για να την πάρω. Ποτέ δεν πληκτρολόγησα στ’ αλήθεια τον αριθμό της.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=