Σε ποιον ανήκει αυτή η γη;

T.G. FRASER ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΑΝΗΚΕΙ AYTH H ΓΗ; H ιστορία της Μέσης Ανατολής από τον Α′ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα ΜΕΤΆΦΡΆΣΗ Στέφανος Καβαλλιεράκης

Πρώτη έκδοση Οκτώβριος 2025 Τίτλος πρωτοτύπου T. G. Fraser, Contested lands. A History of the Middle East from the First World War to the Present, Haus Publishing, 2024 Σχεδιασμός χαρτών ML Design και Rhys Davies Οι χάρτες περιλαμβάνουν OS data © Crown copyright and database right (2020) Eπιμέλεια – Διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Xρήστος Γιαμαρέλλος Σχεδιασμός εξωφύλλου Σαβίνα Χριστοπούλου © 2024, T. G. Fraser © 2024, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) By arrangement with Haus Publishing, London, United Kingdom, in conjuction with Ersilia Literary Agency, Den Haag, Netherlands. All rights reserved. ISBN 978-618-03-4624-4 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84624 Κ.Ε.Π. 6417, Κ.Π. 22277 Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581

T. G. FRASER ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΑΝΗΚΕΙ ΑΥΤΗ Η ΓΗ; H ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Στέφανος Καβαλλιεράκης

Για τα εγγόνια μου, Άνταμ, Έινταν και Γκρέις

Όλες οι υποσελίδιες σημειώσεις ανήκουν στον μεταφραστή του βιβλίου.

7 Περιεχόμενα 1. Η Μέση Ανατολή τις παραμονές του πολέμου. . . . ..... 13 2. Η αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής. . . . . . . . . . . . . .39 3. Οι νέοι ιμπεριαλιστές σε δοκιμασία.. . . . . . . . ......... 71 4. Η Μέση Ανατολή σε διαδικασία μετάβασης. . . . ...... 107 5. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Μέση Ανατολή. . .... 137 6. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, τα Ηνωμένα Έθνη και το μέλλον της Παλαιστίνης.. . . . . . . . . ........... 161 7. Πόλεμος και επανάσταση. . . . . . . . . . . . .............. 195 8. Από πόλεμο σε πόλεμο. . . . . . . . . . . . . ............... 231 9. Η μεταμορφωμένη Μέση Ανατολή. . . . . . . . .......... 265 10. Η αναζήτηση της σταθερότητας.. . . . . . . . . ........... 301 11. Η Μέση Ανατολή σε αναταραχή. . . . . . . . . ........... 335 12. Επίλογος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . ..................... 383 Eυχαριστίες.. . . . . . . . . . . . . . . . . . . ..................... 393 Σημειώσεις.. . . . . . . . . . . . . . . . . . . ..................... 395

11 1 Η ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ Η Μέση Ανατολή, με τον τρόπο που μελετάται σε αυτό το βιβλίο, αναφέρεται στις μη τουρκικές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στην εξέλιξή τους τον αιώνα μετά την κατάρρευσή της, μαζί με τις μορφές διοίκησης που συνδέονται με την Αραβική Χερσόνησο και τις παράκτιες περιοχές. Το καλοκαίρι του 1914 είναι αμφίβολο αν πολλοί γνώριζαν τον όρο «Μέση Ανατολή» – και, στην περίπτωση που αυτό συνέβαινε, πιθανότατα αγνοούσαν σε ποιο μέρος του κόσμου αναφέρεται. Για τους περισσότερους Ευρωπαίους, ειδικά τους Βρετανούς, που ταξίδευαν για δουλειά, για να αποικίσουν ή να διασφαλίσουν τις ανατολικές κτήσεις τους, η περιοχή αυτή άρχιζε και τελείωνε στο Πορτ Σάιντ, το βόρειο σημείο εισόδου στο Κανάλι του Σουέζ. Ο όρος «Άπω Ανατολή» χρησιμοποιούνταν ευρέως, αλλά σπάνια για την περίπτωση της Ινδίας, «του διαμαντιού στο στέμμα της Αγγλίας». Από τα τέλη του 18ου αιώνα είχε απασχολήσει τους ηγέτες της Ευρώπης το ανα-

T.G. FRASER 12 τολικό ζήτημα, από το οποίο προέκυψε ο όρος «Εγγύς Ανατολή», που χρησιμοποιούνταν στις Ηνωμένες Πολιτείες για να καλύψει ένα πλέγμα χωρών από το Μαρόκο μέχρι το Ιράν. Το 1905, ο διακεκριμένος αρχαιολόγος της Οξφόρδης –και κάποτε πράκτορας– Ντέιβιντ Τζορτζ Χόγκαρθ τιτλοφόρησε τη μελέτη του για την περιοχή The Nearer East (Η Εγγύτερη Ανατολή), μια έννοια που, όπως τεκμηρίωσε, περιελάμβανε τα Βαλκάνια, τα οποία διοικούνταν ακόμα από την Υψηλή Πύλη και αναφέρονταν σε ισλαμικό και οθωμανικό παρελθόν.1 Η περιοχή που εξετάζεται στο παρόν βιβλίο έφερε τεράστια πολιτιστική κληρονομιά και είχε «γεννήσει» τις τρεις σπουδαίες αβρααμικές θρησκείες. Όμως, με πολιτικούς όρους, το 1914 ήταν υποτελής στην εξουσία των Οθωμανών Τούρκων, όπως συνέβαινε επί τέσσερις αιώνες. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, με την ήττα της Τουρκίας, πρόσφερε νέες ευκαιρίες στους λαούς της περιοχής. Παρ’ όλα αυτά, για μια περίοδο, οποιαδήποτε πολιτική φιλοδοξία έπρεπε να ικανοποιεί τις αυτοκρατορικές βλέψεις των νικητών Βρετανών και Γάλλων, που δούλευαν πάνω στη δική τους ατζέντα. Όπως περιγράφεται στο κεφάλαιο αυτό, oι μονομερείς ενέργειές τους για τη χάραξη νέων πολιτικών συνόρων στην περιοχή επρόκειτο να έχουν μακροχρόνιες συνέπειες – ακόμα κι αν η πραγματική παρουσία τους εκεί αποδείχθηκε εφήμερη. H Οθωμανική Αυτοκρατορία Παρ’ όλα αυτά, ο όρος «Οθωμανική Αυτοκρατορία» γενικά ήταν γνωστός. Πλέον της τουρκικής ενδοχώρας της Ανατολίας, το 1914 η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξουσίαζε ή διεκδικούσε ένα εκτετα-

Η ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 13 μένο κομμάτι των αραβικών εδαφών από την πρωτεύουσά της Κωνσταντινούπολη, όπως είχε κάνει επί ακριβώς τέσσερις αιώνες. Το 1909, επικεφαλής της ήταν ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, ο οποίος κυβερνούσε από το 1876 μέχρι να εκθρονιστεί από όσους ήταν δυσαρεστημένοι με τον δεσποτισμό του. Η αυτοκρατορία ήταν χωρισμένη σε βιλαέτια ή επαρχίες, υπό τη διοίκηση ενός Οθωμανού κυβερνήτη-στρατηγού, και σε μικρότερες ενότητες, τα σαντζάκια. Τέσσερις ιστορικές αραβικές πόλεις, το Χαλέπι, η Βαγδάτη, το Κάιρο και η Δαμασκός, θεωρητικά ανήκαν στην αυτοκρατορία, καθώς και οι ιερές πόλεις του Ισλάμ, Μέκκα και Μεδίνα, αλλά και η Ιερουσαλήμ, η οποία είναι αφιερωμένη στις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες: τον ιουδαϊσμό, τον χριστιανισμό και το Ισλάμ. Επίσης, ήταν η πατρίδα των δύο ιερών πόλεων του σιιτικού κλάδου του Ισλάμ, της Νατζάφ και της Καρμπάλα.2 Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Βρετανίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία γεννήθηκε ο όρος «Μέση Ανατολή» για αυτές τις περιοχές στη βρετανική ορολογία. Και, καθώς οι Βρετανοί επέβαλαν την ηγεμονία τους μεταπολεμικά στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής, αν και προσωρινά, ο περιγραφικός όρος «Μέση Ανατολή» επικράτησε. Ωστόσο, έχουν υπάρξει μεγάλα ερωτήματα που αφορούν τη συμπερίληψη ή τον αποκλεισμό: οι όροι «Εγγύς Ανατολή» και «Μέση Ανατολή» περιλαμβάνουν τη Βόρεια Αφρική, την Κρήτη, το Ιράν και την Τουρκία; Μολονότι οι σχέσεις με άλλες περιφερειακές δυνάμεις, ιδίως την Τουρκική Δημοκρατία, που αναδύθηκε από τα ερείπια της αυτοκρατορίας, και το Ιράν, όπως μετονομάστηκε η Περσία το 1935, δεν μπορούν να αγνοηθούν, οι περιπτώσεις τους θα εξεταστούν μόνο όταν επηρεάζουν την υπό συζήτηση περιοχή.

T.G. FRASER 14 Το 1914, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε απογυμνωθεί από τις εκτεταμένες ευρωπαϊκές κτήσεις της, με εξαίρεση ένα μικρό κομμάτι στην Ανατολική Θράκη, το οποίο «νομιμοποιούσε» την Κωνσταντινούπολη ως ευρωπαϊκή πόλη, έστω οριακά. Αυτή η μακρά υποχώρηση είχε ξεκινήσει όταν οι Τούρκοι απέτυχαν στην πολιορκία της Βιέννης, το 1683, συνεχίστηκε όταν οι στρατοί των Αψβούργων, υπό την ηγεσία του μεγάλου στρατηγού τους, πρίγκιπα Ευγενίου, τους εκδίωξε από την Ουγγαρία, και ολοκληρώθηκε με τη γέννηση του βαλκανικού εθνικισμού στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Για την αυτοκρατορία, η απώλεια αυτών των επαρχιών κατέστησε ακόμα σημαντικότερα τα εδάφη στη Μέση Ανατολή, που δεν αποτελούσαν απλά πηγή τροφίμων. Οι λαοί της αυτοκρατορίας Με εκτιμώμενο πληθυσμό περίπου 27 εκατομμυρίων ανθρώπων, χωρίς να συνυπολογιστεί η Αίγυπτος, κάπου 7 εκατομμύρια κάτοικοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν Άραβες. Αν κάτι συνέδεε τους Άραβες με τους Τούρκους, εκτός του ότι οι τελευταίοι τούς είχαν κατακτήσει τον 16ο αιώνα, ήταν το γεγονός ότι ο σουλτάνος ήταν επίσης χαλίφης, δηλαδή ο διάδοχος του προφήτη Μωάμεθ. Όπως οι Tούρκοι, το μεγαλύτερο μέρος του αραβικού πληθυσμού ήταν σουνίτες, δηλαδή η «ορθόδοξη» εκδοχή του Iσλάμ, σε μια στιγμή στην οποία η αυτοκρατορία έμοιαζε να είναι το τελευταίο πολιτικό αποκούμπι της πίστης. Αυτός ο δεσμός ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους ήταν λιγότερο εμφανής στις σιιτικές μειονότητες, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, οι οποίες αργότερα θα συγκροτούσαν το

Η ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 15 Ιράκ και θα διατηρούσαν σημαντική παρουσία στον μελλοντικό Λίβανο και στη Συρία. Στο μεταξύ, στον πυρήνα της Τουρκίας, στις παράκτιες περιοχές της Ανατολίας, κατοικούσε μια μεγάλη και ευημερούσα κοινότητα χριστιανών Ελλήνων. Στο εσωτερικό της χώρας υπήρχαν χριστιανοί Αρμένιοι και σουνίτες Κούρδοι. Οι τελευταίοι ήταν μία από τις μεγαλύτερες μειονοτικές κοινότητες στην αυτοκρατορία, αν και ο αριθμός τους είναι δύσκολο να υπολογιστεί, αφού πολλοί υιοθετούσαν νομαδικό τρόπο ζωής, ενώ επίσης είχαν σημαντική παρουσία στην Περσία και, σε μικρότερο βαθμό, στη Ρωσία. Οι μεταπολεμικές ελπίδες για ένα κουρδικό κράτος θα αποδεικνύονταν μάταιες. Χριστιανοί διαφόρων δογμάτων υπήρχαν σε όλη την αυτοκρατορία, με κάποιους σημαντικούς θύλακες, κυρίως τους μαρωνίτες, γύρω από την οροσειρά του Λιβάνου. Οι μαρωνίτες είναι μια διακριτή κοινότητα∙ έχουν δικό τους πατριάρχη και τελετουργικό, αλλά αναγνωρίζουν τον Πάπα και βρίσκονται σε κοινωνία με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Οι ιερείς των μαρωνιτών εκπαιδεύονταν είτε στη Ρώμη είτε στο σεμινάριο του Αγίου Σουλπικίου στο Παρίσι (αυτό αντικατόπτριζε τους μακροχρόνιους πολιτιστικούς δεσμούς με τη Γαλλία). Υπήρχαν επίσης Εβραίοι κάτοικοι όχι μόνο στις τέσσερις ιερές πόλεις (Ιερουσαλήμ, Σαφέντ, Τιβεριάδα και Χεβρώνα), αλλά και στη Βαγδάτη, στην οποία διαβίωνε μια ιστορική εβραϊκή κοινότητα περίπου 34.000 ατόμων. Μικρότερες θρησκευτικές κοινότητες, όπως οι αλαουίτες, οι δρούζοι και οι γεζίντι, είχαν επιβιώσει ανά τους αιώνες της σουνιτικής ηγεμονίας. Εν συντομία, όλο αυτό συνιστούσε μια σύνθετη πολιτική κα-

T.G. FRASER 16 τάσταση, που απαιτούσε σημαντικές ικανότητες διακυβέρνησης. Στην επιτυχία της συνετέλεσε το σύστημα των μιλέτ, το οποίο παρείχε ένα επίπεδο αυτονομίας στις μειονοτικές μονοθεϊστικές θρησκείες, περιλαμβανομένων των καθολικών, των Ελληνορθοδόξων, των καθολικών Αρμενίων, της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας, των Σύρων και των χαλδαίων, των μαρωνιτών, των προτεσταντών και των εβραϊκών κοινοτήτων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν θεοκρατική∙ παρά τον ρόλο του σουλτάνου ως χαλίφη, όλες οι θρησκείες, καθώς και τα δύο φύλα, απολάμβαναν ισότητα μπροστά στον νόμο.3 Η οικονομία Ο πληθυσμός της περιοχής διέθετε ως ενοποιητικό στοιχείο την αραβική γλώσσα· δεν ήταν μόνο η γλώσσα του ιερού Κορανίου, αλλά είχε εδώ και καιρό καταφέρει να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές της ως το μέσο καθολικής επικοινωνίας. Κατά βάση, επρόκειτο για μια προβιομηχανική κοινωνία. Η άνυδρη φύση της περιοχής σήμαινε ότι η καλλιεργήσιμη γη ήταν εξαιρετικά πολύτιμη και το γλυκό νερό αποτελούσε βασικό αγαθό. Η οικονομία βασιζόταν στη γεωργία επιβίωσης, με τους εγκατεστημένους φελάχους να καλλιεργούν σιτάρι και κριθάρι, τα οποία ήταν κυρίαρχα τρόφιμα για χιλιετίες κατά τη διάρκεια του χειμώνα, καθώς και ρύζι και κεχρί το καλοκαίρι. Πέρα από αυτά τα παραδοσιακά προϊόντα, η περιοχή ήταν διάσημη για τις ελιές και τους χουρμάδες της. Η κτηνοτροφία βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στα πρόβατα και στις κατσίκες, που παρείχαν εξίσου κρέας, γάλα και προβιές, χωρίς να υπάρχουν άφθονα και πλούσια, καταπράσινα βοσκοτόπια. Το

Η ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 17 άλογο αποτελούσε σύμβολο υψηλού κοινωνικού κύρους, αλλά ήταν το γαϊδούρι αυτό που χρησίμευε για τα ταξίδια και το όργωμα, ενώ στις μεγάλες περιοχές της ερήμου, το «σπίτι των νομάδων βεδουίνων», όλα βασίζονταν στις μοναδικές ικανότητες της καμήλας. Οι Άραβες αγρότες ήταν παθιασμένα δεμένοι με τη γη τους, αλλά συχνά οι τίτλοι ιδιοκτησίας τους ήταν αμφίβολοι και λίγοι ήταν νόμιμοι. Το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν κοινόχρηστο έδαφος, που βασιζόταν στο σύστημα musha, σύμφωνα με το οποίο οι ιδιώτες καλλιεργητές δούλευαν τη γη με εγγύηση δύο ή τριών χρόνων. Οι βραχυπρόθεσμες αυτές εκμεταλλεύσεις δεν ενθάρρυναν τους αγρότες να προβούν σε βελτιώσεις στη γη, αν και η οικονομική ζωή και οι ευκαιρίες εκπαίδευσης ήταν σε μεγάλο βαθμό προνόμιο των ανδρών, καθώς ο ρόλος της γυναίκας ήταν κυρίως οικιακός και επικεντρωμένος στην οικογένεια.4 Οι ελίτ της αυτοκρατορίας Όπως όλες οι αυτοκρατορίες, οι Τούρκοι εξαρτιούνταν από τη συνεργασία των τοπικών ελίτ, των οποίων η εξουσία και η επιρροή βασίζονταν στην κατοχή αστικής και αγροτικής περιουσίας, όπως αυτή που σχετιζόταν με τα βακούφια, τα μουσουλμανικά φιλανθρωπικά ιδρύματα τα οποία ήταν αφιερωμένα σε θρησκευτικούς σκοπούς. Οι οικογένειες αυτές αποτελούσαν τους a’yam, δηλαδή τα σημαίνοντα πρόσωπα της αραβικής κοινωνίας, και περιελάμβαναν τους Χουσεϊνί, Νασασίμπι, Χαλιντί και Νουσεϊμπέ, οι οποίοι στη συνέχεια θα αναλάμβαναν την πολιτική και την πνευματική ηγεσία των Παλαιστινίων. Σύμφωνα με τα έθιμα και τις παραδόσεις, οι Χουσεϊνί κατείχαν το σημαντικό αξίωμα

T.G. FRASER 18 του μουφτή της Ιερουσαλήμ, της ανώτατης μουσουλμανικής θρησκευτικής και νομικής Αρχής. Αν και στο πρόσφατο παρελθόν οι Οθωμανοί ηγεμόνες είχαν επιδιώξει να περιορίσουν την επιρροή αυτών των σημαινουσών οικογενειών, έως τις αρχές του 20ού αιώνα οι a’yam ήταν οι κύριοι διαμεσολαβητές με τους τοπικούς πληθυσμούς και είχαν γίνει δεκτοί στους αυτοκρατορικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης. Στα κυρίως σιιτικά βιλαέτια της Βαγδάτης και της Βασόρας, οι ηγέτιδες οικογένειες ήταν σουνιτικές. Στον μετέπειτα Λίβανο, ισχυρές οικογένειες μεταξύ των χριστιανών μαρωνιτών ήταν οι Γεμαγέλ και οι Φρανζιέ, ενώ οι Τζουμπλάτ είχαν αναδειχθεί μεταξύ των δρούζων. Στην περιοχή της Χετζάζ, οι χασεμίτες κατείχαν ιδιαίτερη θέση. Ωστόσο, η αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των αραβικών ελίτ και των Τούρκων δεν περιοριζόταν σε τοπικό επίπεδο. Η αυτοκρατορική Κωνσταντινούπολη ήταν μια κοσμοπολίτικη πόλη, που προσέλκυε ανθρώπους από τις διάφορες κοινότητες της αυτοκρατορίας. Οποιαδήποτε χρονική στιγμή υπήρχαν χιλιάδες Άραβες στην πόλη, οι οποίοι εργάζονταν στη διοίκηση, υπηρετούσαν στον στρατό ή δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο. Παρότι αυτά τα δίκτυα και οι διασυνδέσεις τους ήταν σημαντικά στο μεγαλύτερο μέρος της αραβικής ενδοχώρας της αυτοκρατορίας, κοντά στη Μεσόγειο, είχαν πολύ μικρότερη βαρύτητα στα βιλαέτια της Μοσούλης, της Βαγδάτης και της Βασόρας, τα οποία εκτείνονταν κατά μήκος των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη, μέχρι την υδάτινη διέλευση Σατ αλ-Αράμπ, στην κορυφή του Κόλπου. Η Μοσούλη στον Βορρά ήταν κατά κύριο λόγο σουνιτι-

Η ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 19 κή, συνεπώς πιο κοντά στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ο πληθυσμός της διαιρούνταν σε Κούρδους και Άραβες. Η Βαγδάτη, από όπου οι Οθωμανοί ασκούσαν στρατιωτικό έλεγχο στην περιοχή, αποτελούσε θλιβερή σκιά του παρελθόντος της κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, όταν ήταν μια από τις πλουσιότερες και πιο εκλεπτυσμένες πόλεις του κόσμου, συγκρινόμενη μόνο με τη μουσουλμανική Κόρδοβα. Τα κανάλια που κάποτε παρείχαν νερό είχαν εγκαταλειφθεί και, χωρίς υδραυλικό αποχετευτικό σύστημα, το ποσοστό θνησιμότητας ήταν υψηλό, ιδιαίτερα τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες. Η κυβερνώσα ελίτ ήταν σουνιτική, αλλά η πλειονότητα του πληθυσμού ήταν σιιτική, επομένως δεν θεωρούσε τον σουλτάνο χαλίφη του Ισλάμ∙ αντίθετα, τιμούσε τους θρησκευτικούς δασκάλους στις ιερές πόλεις Νατζάφ και Καρμπάλα. Ευρωπαϊκές στρατηγικές Δύο γεγονότα απείλησαν να φέρουν ακόμα και τη σχετικά απομακρυσμένη Βαγδάτη στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών αυτοκρατορικών φιλοδοξιών: πρώτον, το 1890, η ανακάλυψη ικανών αποθεμάτων πετρελαίου στη νοτιοδυτική Περσία ενεργοποίησε μια βρετανική κοινοπραξία, που ξεκίνησε τις διαδικασίες εξόρυξης, παρά την αρχική αδιαφορία του Σάχη, για μια συμφωνία εκμετάλλευσης και εξαγωγής του πετρελαίου. Οι ενέργειές τους είχαν σημαντικά αποτελέσματα, δημιουργώντας το 1909 την Anglo-Persian Oil Company, η οποία μετονομάστηκε σε British Petroleum (BP). Λίγο αργότερα, η εταιρεία κατασκεύασε ένα μεγάλο διυλιστήριο πετρελαίου στο Αμπαντάν, το οποίο τέθηκε σε πλήρη λειτουργία το 1913. Το 1914, η βρετανική κυβέρνηση,

T.G. FRASER 20 έχοντας επίγνωση της ανάγκης για ασφαλή πρόσβαση σε προμήθειες πετρελαίου για τα νέα πετρελαιοκίνητα πολεμικά πλοία του Βασιλικού Ναυτικού, απέκτησε την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας. Ωστόσο, το Αμπαντάν βρισκόταν επικίνδυνα κοντά στην οθωμανική επικράτεια, όπως έμελλε να αποδείξει η πραγματικότητα.5 Το δεύτερο γεγονός έλαβε χώρα μετά την αυξανόμενη γερμανική οικονομική διείσδυση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από το 1893 περιελάμβανε την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής στην Ανατολία, για την οποία, το 1899, γερμανική κοινοπραξία ζήτησε να επεκταθεί από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τον Περσικό Κόλπο – η γνωστή ως «σιδηρόδρομος της Βαγδάτης». Οι Γερμανοί υπογράμμιζαν ότι επρόκειτο για καθαρά εμπορική πρωτοβουλία, αλλά οι Βρετανοί και οι Γάλλοι ήταν επιφυλακτικοί. Ο σιδηρόδρομος, ο οποίος εγκρίθηκε από τους Τούρκους το 1903, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, δεν ήταν παρά ένα ακόμα σημείο τριβής στις αγγλογερμανικές σχέσεις. Ωστόσο, σηματοδότησε τις διαρκώς αναπτυσσόμενες επαφές μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Βερολίνου.6 Η θέση του βιλαετιού της Χετζάζ –με έδρα στην Ταΐφ, κατά μήκος της ακτής της Ερυθράς Θάλασσας, νότια του λιμανιού της Άκαμπα– ήταν ακόμα πιο περιφερειακή και, κυρίως, άγονη. Νότια της Χετζάζ βρισκόταν το βιλαέτι της Υεμένης, οι φυλές της οποίας ήταν σε κατάσταση σχεδόν μόνιμης εξέγερσης, εντασσόμενη στην αυτοκρατορία περισσότερο θεωρητικά παρά κυριολεκτικά. Η ιδιαιτερότητα της Χετζάζ έγκειτο στο γεγονός ότι περιελάμβανε τις ιερές πόλεις της Μέκκας και της Μεδίνας, που συνδέονται με τη ζωή του Προφήτη Μωάμεθ. Η οθωμανική εξουσία

Η ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 21 σπάνια επεκτεινόταν πέρα από τις δύο αυτές πόλεις. Πράγματι, σε μια προσπάθεια να συνδεθεί στενά η περιοχή με την υπόλοιπη αυτοκρατορία και να αμβλυνθούν τα προβλήματα των φρουρίων τους, οι Αρχές ενέκριναν το 1900 τη δημιουργία του σιδηροδρόμου της Χετζάζ. Ωστόσο, έως το 1908, τα έργα, τα οποία είχαν φτάσει έως τη Μεδίνα, σταμάτησαν. Πρώτοι μεταξύ ίσων στη Χετζάζ ήταν οι χασεμίτες, με επικεφαλής τον Χουσεΐν μπιν Αλί, ο οποίος γεννήθηκε το 1853 και ήταν απόγονος του Προφήτη Μωάμεθ. Εξαιρετικά καταρτισμένος στην ισλαμική κουλτούρα, διορίστηκε σαρίφ (ευγενής), δηλαδή φύλακας των Ιερών Τόπων, το 1908. Δεν επρόκειτο απλά για μια τιμητική θέση εντός της αυτοκρατορίας, αλλά του παρείχε και τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την αυτοκρατορική εξουσία, εάν το επιθυμούσε. Όσο ο σουλτάνος διατηρούσε τον ισλαμικό χαρακτήρα της αυτοκρατορίας και η κυβέρνησή του δεν ήταν υπερβολικά παρεμβατική, ο Χουσεΐν μπιν Αλί δεν έδειχνε την αντίθεσή του.7 Ωστόσο, ούτε εκείνος ούτε οι Οθωμανοί ασκούσαν οποιαδήποτε εξουσία στο Νετζντ, στο αφιλόξενο εσωτερικό της χερσονήσου. Εκεί, ένας νεαρός ηγέτης της ερήμου με πολιτική και στρατιωτική ευφυΐα, ο Αμπντούλ Αζίζ ιμπν Σαούντ, συγκέντρωνε σταδιακά την υποστήριξη των φυλών, η οποία εν καιρώ τον ανέδειξε σε ιδρυτή μιας χώρας και σε σημαντική παγκόσμια προσωπικότητα. Μια «αλυσίδα» από σεϊχάτα γύρω από τις ακτές της υπόλοιπης χερσονήσου αποτελούσε περιφερειακό και ανεπίσημο κομμάτι του βρετανικού αυτοκρατορικού συστήματος. Εξαίρεση ήταν το Άντεν, ένας σημαντικός σταθμός στον δρόμο προς την Ινδία, που είχε αποκτηθεί το 1839 και λειτουργούσε ως προκεχωρημένο

T.G. FRASER 22 φυλάκιο της Ινδικής Αυτοκρατορίας. Η στρατηγική θέση του στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη σημασία με το άνοιγμα της Διώρυγας του Σουέζ. Το σουλτανάτο του Μουσκάτ και του Ομάν, με τη μακρά ακτογραμμή στον Ινδικό Ωκεανό, είχε αρχαία θαλάσσια εμπορική παράδοση που εκτεινόταν μέχρι την ανατολική αφρικανική ακτή και τη Ζανζιβάρη. Σε συνθήκη του 1891, ο σουλτάνος συμφώνησε να μην παραχωρήσει κανένα μέρος των εδαφών του σε άλλη χώρα, εκτός από τη Βρετανία, μια δέσμευση που φάνηκε να ικανοποιεί τις Αρχές σε Καλκούτα και Λονδίνο.8 Τα σεϊχάτα του Κόλπου –με σημαντικότερα το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και το Κατάρ– διατήρησαν την ανεξαρτησία τους, αλλά με μία σημαντική διαφορά: με μια σειρά συνθηκών, που ξεκίνησαν το 1820 και ολοκληρώθηκαν για το Κουβέιτ το 1899 και για το Κατάρ το 1916, η Βρετανία εξασφάλισε σταδιακά τον έλεγχο των εξωτερικών σχέσεών τους. Έως τις αρχές του 20ού αιώνα, ο Κόλπος και ο Ινδικός Ωκεανός είχαν ξεκάθαρα ενταχθεί στη βρετανική σφαίρα επιρροής – ήταν σημαντικοί τόσο σε στρατηγικό επίπεδο (για το Βασιλικό Ναυτικό) όσο και για τις εμπορικές σχέσεις. Αίγυπτος Η Αίγυπτος χρήζει ειδικής μελέτης όχι μόνο γιατί στα τέλη του 19ου αιώνα η ισορροπία ισχύος στα ζητήματά της μετεστράφη αποφασιστικά από την Κωνσταντινούπολη προς το Λονδίνο, αλλά και διότι, ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα η χώρα δήλωνε υποταγή στον σουλτάνο, τα επόμενα εκατό χρόνια αυτό θα αποτελούσε μυθιστορηματική ανάμνηση.

Η ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 23 «Κλειδί» για την κατανόηση του μοναδικού ρόλου της Αιγύπτου στον παγκόσμιο πολιτισμό είναι ο ποταμός Νείλος, που παρέχει άρδευση και μεταφέρει πλούσιες αλλουβιακές (άργιλλος, άμμος, χαλίκια) αποθέσεις από την κεντρική Αφρική. Στις δύο πλευρές του ποταμού εκτείνονται οι –σε μεγάλο βαθμό άγονες και ατελείωτες– Δυτική και Ανατολική Έρημος. Ωστόσο, η γονιμότητα της περιοχής κατά μήκος του ποταμού και του δέλτα αποτέλεσε τη βάση του πολιτισμού των Φαραώ, καθιστώντας τη χώρα τον επονομαζόμενο «σιτοβολώνα» της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, τον τρίτο μεγαλύτερο παραγωγό βαμβακιού στον κόσμο. Έως τότε, το μεγαλύτερο μέρος της χώρας διέθετε ένα σύστημα συνεχούς άρδευσης που την απελευθέρωνε από την εξάρτηση από τις ετήσιες πλημμύρες, επιτρέποντας την παραγωγή τριών σοδειών ετησίως. Ένα τέτοιο σύστημα, με το περίπλοκο δίκτυο καναλιών και θυροφραγμάτων, βασιζόταν στην ικανότητα και την εργατικότητα των αγροτών για τη λειτουργία και τη συντήρησή του. Το ρύζι, το σιτάρι, το κριθάρι και το κεχρί που παρήγαν συντηρούσαν έναν μόνιμα εγκατεστημένο πληθυσμό, ο οποίος, στην απογραφή του 1907, υπολογιζόταν σε 11.189.978 άτομα. Επιπλέον, στην Αίγυπτο ζούσαν περίπου 97.381 νομάδες βεδουίνοι. Με πληθυσμό 654.476 ανθρώπων, το Κάιρο ήταν η μεγαλύτερη πόλη της Αφρικής, ενώ το Πανεπιστήμιο Αλ-Αζχάρ αποτελούσε το κορυφαίο εκπαιδευτικό ίδρυμα του ισλαμικού κόσμου. Αν και, κατά κύριο λόγο, χώρα σουνιτών, ο πληθυσμός της Αιγύπτου περιελάμβανε 880.000 κόπτες χριστιανούς. Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, η Αλεξάνδρεια, με 400.000 κατοίκους –πολλοί από τους οποίους ήταν Έλληνες και Ιταλοί–, είχε καθιερωθεί ως

T.G. FRASER 24 σημαντικό εμπορικό λιμάνι. Ενόσω ο Νείλος παρέμενε το κύριο μέσο μεταφοράς, το σιδηροδρομικό δίκτυο συνέδεε το Κάιρο με την Αλεξάνδρεια και το Πορτ Σάιντ, και επεκτεινόταν νότια μέχρι το Λούξορ, γνωστό για τα απαράμιλλης ομορφιάς μνημεία του.9 Η γεωγραφική θέση της Αιγύπτου την είχε καταστήσει από καιρό στόχο άλλων δυνάμεων. Το 1517, τη χώρα κατέκτησαν οι Τούρκοι, και μόνο μετά τη σύντομη εκστρατεία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη στην Αίγυπτο, το 1798-1799, άρχισε να απαλλάσσεται από τον έλεγχό τους. Ο άνθρωπος που ανέλαβε να μεταμορφώσει και να εκσυγχρονίσει τη χώρα ήταν ο Μοχάμεντ Άλι, πρώην Οθωμανός αξιωματικός βαλκανικής καταγωγής, ο οποίος κυριάρχησε στην Αίγυπτο από το 1805 μέχρι τον θάνατό του, το 1849. Τα επιτεύγματά του ήταν τέτοια, που το 1841 ο σουλτάνος τού παραχώρησε τον κληρονομικό τίτλο –που, ωστόσο, δεν τον καθιστούσε ανεξέλεγκτο– του αντιβασιλέα, εγκαθιστώντας μια δυναστεία που διήρκεσε έως την επανάσταση του 1952. Δυστυχώς, οι άμεσοι διάδοχοί του δεν διέθεταν την ίδια αποφασιστικότητα και αποδείχθηκαν ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τη φιλοδοξία του Γάλλου Φερντινάν ντε Λεσέψ, του οποίου το όραμα και η τεχνογνωσία άλλαξαν ριζικά το πεπρωμένο της Αιγύπτου. Το Κανάλι του Σουέζ Το σχέδιο του Ντε Λεσέψ στην Αίγυπτο για την εκσκαφή ενός καναλιού που θα συνέδεε τη Μεσόγειο με την Ερυθρά Θάλασσα δεν ήταν καινούργιο. Όμως, η υλοποίησή του είχε εμποδιστεί από την πεποίθηση ότι υπήρχαν διαφορετικά επίπεδα νερού σε κάθε άκρο, κάτι που θα απαιτούσε ένα δαπανηρό σύστημα υδα-

Η ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 25 τοφραγμάτων. Ωστόσο, όταν αποδείχτηκε, τη δεκαετία του 1830, ότι αυτό δεν ίσχυε, το έργο προχώρησε χωρίς περιορισμούς. Μπορεί να μην είχε λάβει εκπαίδευση μηχανικού, όμως ο Ντε Λεσέψ απέδειξε ότι ήταν ειδικός στην τέχνη των διαπραγματεύσεων, εξασφαλίζοντας χρηματοδότηση μέσω της δημιουργίας της Εταιρείας Καναλιού Σουέζ το 1858, με έδρα το Παρίσι, ύστερα από την απαραίτητη παραχώρηση από τον αντιβασιλέα Μοχάμεντ Σαΐντ, ο οποίος πέθανε κατά τη διάρκεια της κατασκευής του καναλιού. Το 1866, ο διάδοχος του Μοχάμεντ Σαΐντ, Ισμαήλ, απέκτησε τον ζηλευτό τίτλο του χεδίβη από τον σουλτάνο. Η συμμετοχή του χεδίβη στην εταιρεία αφορούσε 176.602 από τις 400.000 κοινές μετοχές, διασφαλίζοντας, όπως φαινόταν, τη θέση της Αιγύπτου. Η αντίθεση στην κατασκευή του καναλιού ήταν αναμενόμενη, κυρίως από τους Βρετανούς, οι οποίοι ανησυχούσαν για την παρουσία των Γάλλων κατά μήκος της γραμμής επικοινωνίας τους με την Ινδία. Παρά τις αντιδράσεις, τα έργα ξεκίνησαν το 1859. Στην αρχή επιστρατεύτηκε η καταναγκαστική εργασία από Αιγυπτίους, αλλά το 1863 αντικαταστάθηκε από σύγχρονες μηχανικές μεθόδους, οι οποίες επιτάχυναν την κατασκευή. Έως το 1869, το 120 μιλίων κανάλι που συνέδεε τις δύο θάλασσες ήταν έτοιμο. Η επίσημη τελετή εγκαινίων πραγματοποιήθηκε με λαμπρούς εορτασμούς, που χρηματοδοτήθηκαν από τον Ισμαήλ, και τιμώμενος καλεσμένος ήταν μια συγγενής του Ντε Λεσέψ, η αυτοκράτειρα των Γάλλων Ευγενία ντε Μοντίχο. Στις 17 Νοεμβρίου, η αυτοκράτειρα, με τη βασιλική θαλαμηγό της, εισήλθε στη βόρεια είσοδο του καναλιού στο Πορτ Σάιντ, επικεφαλής ενός κομβόι με

T.G. FRASER 26 πάνω από 40 πλοία, ακολουθούμενη από τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ της Αυστρίας με τρία αυστροουγγρικά πολεμικά πλοία. Από το κανάλι θα ωφελούνταν επίσης το λιμάνι των Αψβούργων στην Τεργέστη και η αυστριακή Λόιντ, ναυτιλιακή εταιρεία η οποία κατάφερε να αναπτύξει υπηρεσίες για την Ινδία και την Άπω Ανατολή. Δύο πρωσικά πλοία μετέφεραν τον διάδοχο πρίγκιπα Φρειδερίκο. Παρόντες ήταν επίσης ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα της Ολλανδίας, καθώς η χώρα τους διατηρούσε μια πλούσια αυτοκρατορία στις Ανατολικές Ινδίες. Σε θεσμικό επίπεδο, η Βρετανία εκπροσωπήθηκε από τον πρεσβευτή της.10 Ο χεδίβης είχε την αγωνία να τοποθετήσει την Αίγυπτο στον δυτικό πολιτιστικό χάρτη. Το άνοιγμα του καναλιού συνοδευόταν από τις πρώτες παραστάσεις στη νέα Όπερα του Καΐρου, όπου παρουσιάστηκε το έργο Ριγκολέτο του Τζουζέπε Βέρντι. Ανικανοποίητος από αυτό, ο Ισμαήλ επικοινώνησε με τον Βέρντι, έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες της εποχής του, προτείνοντάς του να γράψει μια όπερα με θέμα την Αίγυπτο. Το αποτέλεσμα, στις 24 Δεκεμβρίου 1871, ήταν η πρώτη παράσταση στην Όπερα του Καΐρου μιας από τις πιο επιβλητικές όπερες, την Αΐντα, με την εντυπωσιακή αναπαράσταση της φαραωνικής Αιγύπτου.11 Ο Ισμαήλ «άνοιγε» τη χώρα του στις ευρωπαϊκές επιρροές, αλλά αυτό είχε και το τίμημά του. Η μοίρα της Αιγύπτου ήταν τέτοια, που η ολοκλήρωση του καναλιού συνέπεσε με την κορύφωση της ευρωπαϊκής αυτοκρατορικής εξάπλωσης. Ήρθε, επίσης, σε μια περίοδο στην οποία οι δαπάνες του Ισμαήλ είχαν εξαντλήσει οικονομικά τη χώρα. Η αρχική διστακτικότητα της Βρετανίας απέναντι στο κανάλι άρχισε

Η ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 27 να αλλάζει, κυρίως επειδή έγινε σύντομα φανερό ότι το μεγαλύτερο μέρος των πλοίων που διέρχονταν από αυτό ήταν βρετανικά. Παρόλο που οι εμπορικές παράμετροι ήταν σημαντικές, το «κλειδί» για το ενδιαφέρον της Βρετανίας βρισκόταν στο λεγόμενο «Μεγάλο Παιχνίδι» των αυτοκρατοριών – ανησυχούσε διαρκώς ότι η Ινδική Αυτοκρατορία της ήταν υπό απειλή από την προώθηση της Ρωσίας μέσω της κεντρικής Ασίας προς τα βορειοδυτικά σύνορα. Σε περίπτωση που προέκυπτε μια τέτοια σύγκρουση, η Βρετανία θα μπορούσε να ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνάμεις στην Ινδία πολύ γρηγορότερα μέσω του Καναλιού του Σουέζ παρά μέσω της διαδρομής γύρω από την Ακτή του Ακρωτηρίου. Το ίδιο θα ίσχυε και αν η Βρετανία αντιμετώπιζε μια επανάληψη της Ινδικής Εξέγερσης του 1857, οι μνήμες της οποίας ήταν ακόμα νωπές. Το 1875, η μόνη ελπίδα επιβίωσης του Ισμαήλ ήταν να πουλήσει τις μετοχές του στην Εταιρεία του Καναλιού του Σουέζ. Παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις στη Βρετανία, την ευκαιρία εκμεταλλεύτηκε ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Ντισραέλι, ο οποίος αγόρασε τις μετοχές του χεδίβη για 4 εκατομμύρια λίρες. Αν και ο Ντισραέλι μάλλον δεν είχε σκοπό να αναμειχθεί άμεσα στα εσωτερικά της Αιγύπτου μέσω αυτής της εξαγοράς, σύντομα αυτό έγινε πραγματικότητα. Η πώληση των μετοχών του Καναλιού του Σουέζ δεν κατάφερε να σώσει τον Ισμαήλ, ο οποίος απομακρύνθηκε το 1879∙ τον αντικατέστησε ο γιος του, Τεουφίκ πασάς. Η βρετανική εξουσία στην Αίγυπτο Ήταν αναμενόμενο ότι η ευρωπαϊκή παρουσία στη χώρα, η οποία αυξανόταν σταθερά από την εποχή του Μοχάμεντ Άλι, θα προ-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=