T.G. FRASER 18 του μουφτή της Ιερουσαλήμ, της ανώτατης μουσουλμανικής θρησκευτικής και νομικής Αρχής. Αν και στο πρόσφατο παρελθόν οι Οθωμανοί ηγεμόνες είχαν επιδιώξει να περιορίσουν την επιρροή αυτών των σημαινουσών οικογενειών, έως τις αρχές του 20ού αιώνα οι a’yam ήταν οι κύριοι διαμεσολαβητές με τους τοπικούς πληθυσμούς και είχαν γίνει δεκτοί στους αυτοκρατορικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης. Στα κυρίως σιιτικά βιλαέτια της Βαγδάτης και της Βασόρας, οι ηγέτιδες οικογένειες ήταν σουνιτικές. Στον μετέπειτα Λίβανο, ισχυρές οικογένειες μεταξύ των χριστιανών μαρωνιτών ήταν οι Γεμαγέλ και οι Φρανζιέ, ενώ οι Τζουμπλάτ είχαν αναδειχθεί μεταξύ των δρούζων. Στην περιοχή της Χετζάζ, οι χασεμίτες κατείχαν ιδιαίτερη θέση. Ωστόσο, η αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των αραβικών ελίτ και των Τούρκων δεν περιοριζόταν σε τοπικό επίπεδο. Η αυτοκρατορική Κωνσταντινούπολη ήταν μια κοσμοπολίτικη πόλη, που προσέλκυε ανθρώπους από τις διάφορες κοινότητες της αυτοκρατορίας. Οποιαδήποτε χρονική στιγμή υπήρχαν χιλιάδες Άραβες στην πόλη, οι οποίοι εργάζονταν στη διοίκηση, υπηρετούσαν στον στρατό ή δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο. Παρότι αυτά τα δίκτυα και οι διασυνδέσεις τους ήταν σημαντικά στο μεγαλύτερο μέρος της αραβικής ενδοχώρας της αυτοκρατορίας, κοντά στη Μεσόγειο, είχαν πολύ μικρότερη βαρύτητα στα βιλαέτια της Μοσούλης, της Βαγδάτης και της Βασόρας, τα οποία εκτείνονταν κατά μήκος των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη, μέχρι την υδάτινη διέλευση Σατ αλ-Αράμπ, στην κορυφή του Κόλπου. Η Μοσούλη στον Βορρά ήταν κατά κύριο λόγο σουνιτι-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=