Ένας κόσμος χωρίς κανόνες;

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΎΣΤΗΜΑ ΣΤΗ ΣΎΓΚΎΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΡΡΎΘΜΙΣΗΣ ΑΝΤΏΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ ΈΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΊΣ

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ENAΣ KOΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ;

Πρώτη έκδοση Μάιος 2026 Επιμέλεια έκδοσης Ελένη Μπούρα Διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Γιώργος Γιαννούσης Σχεδιασμός εξωφύλλου Ρεντουάν Αμζλάν Σελιδοποίηση Γιώτα Μπόμπου © 2026, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και Αντώνης Κλάψης ISBN 978-618-03-4961-0 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84961 Κ.Ε.Π. 6726, Κ.Π. 23571 Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581

Αντώνης Κλάψης ENAΣ KOΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ; ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΗΣ

7 Περιεχόμενα ΕΙΣΑΓΩΓΗ....................................................... 9 A. ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΈΣ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΎΣ ΚΑΝΟΝΙΚΌΤΗΤΑΣ Η μεταπολεμική διεθνής τάξη................................... 15 Μία ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική................................... 15 Ο διπολικός κόσμος.............................................. 20 Αντιφάσεις και όρια.............................................. 26 Παλινδρομήσεις στη νέα τάξη πραγμάτων .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 33 Η αυταπάτη της γραμμικής προόδου......................... 33 Το τέλος των προσχημάτων .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 43 Ο λαβύρινθος των καθεστωτικών ανατροπών .. . . . . . . . . . . . . . . . . 52 Αμερικανικά δόγματα και η αρχιτεκτονική της παγκόσμιας τάξης .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 62 Από την αξίωση στην ευθύνη.................................... 62 Η καθιέρωση της αμερικανικής ηγεσίας.......................... 67 Από την αυτορρύθμιση στην απορρύθμιση....................... 76 Β. Ο ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΈΝΟΣ ΚΑΘΡΈΦΤΗΣ Αναθεωρητισμός και κατευνασμός .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 89 Το Μόναχο ως αρχέτυπο......................................... 89 Ο κατευνασμός ως συστημική αδυναμία......................... 93 Ο κατευνασμός ως στρατηγική................................... 99 Από το Μόναχο στο σήμερα .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 103

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ 8 Ισχύς, τετελεσμένα και η υποχώρηση της διεθνούς νομιμότητας .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 108 Η κανονικοποίηση της εξαίρεσης.............................. 108 Η σύγχρονη «διπλωματία της κανονιοφόρου».................. 114 Χορτοφάγοι σε φεστιβάλ κρεοφαγίας........................... 118 Τεκτονικές δυνάμεις........................................... 126 Άναρχη πολυπολικότητα ....................................... 126 Υβριδικές συγκρούσεις......................................... 132 Η δυσχερής ανασύνταξη....................................... 141 Γ. Η ΕΥΡΏΠΗ ΚΑΙ Η ΔΥΣΚΟΛΊΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΉΣ Παλιά συνταγή για έναν καινούργιο κόσμο;................... 151 Η στοχοθεσία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης................... 151 Οι δομικές αδυναμίες.......................................... 156 Διεθνής παίκτης ή ρητορικός όμιλος; .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 162 Η ευρωπαϊκή άμυνα........................................... 168 Ένα καταγωγικό αμάρτημα..................................... 168 Το ουκρανικό σοκ.............................................. 173 Προοπτικές .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 178 Το κόστος της ευρωπαϊκής ασφάλειας......................... 185 Μέθοδοι .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 185 Διαδικασίες.................................................... 190 Ο λογαριασμός................................................. 196 ΕΠΊΛΟΓΟΣ .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 203 ΕΠΙΛΟΓΉ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑΣ .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 209

9 Εισαγωγή «Μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί». Ο αφορισμός του Τζον Μέιναρντ Κέινς ισχύει κατ’ αναλογία και για το διεθνές σύστημα: κάθε νέα εκδοχή του είναι, σε βάθος χρόνου, καταδικασμένη σε αποτυχία. Όχι μόνο διότι είναι εγγενώς ατελές ως προς την αρχιτεκτονική του υπόσταση και κατά συνέπεια ως προς τη δομική του στατικότητα, αλλά πολύ περισσότερο διότι υφίσταται τη διαβρωτική επίδραση που του ασκούν οι αλλαγές των παραμέτρων που το προσδιορίζουν. Πολύ απλά, το διεθνές σύστημα υπόκειται σε έναν αυστηρό νόμο: τίποτα δεν μένει σταθερό, όλα αλλάζουν (αργά ή γρήγορα, σταδιακά ή ραγδαία, με ανεπαίσθητο ή με εντυπωσιακό τρόπο). Η ρευστότητα είναι η φυσική κατάσταση, όχι η ακινησία. Η διαπίστωση αυτή δεν συνιστά μοιρολατρική παραδοχή, αλλά αφετηρία ανάλυσης. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν το διεθνές σύστημα μεταβάλλεται –αυτό είναι αναπόφευκτο–, αλλά πώς μεταβάλλεται και με ποιον τρόπο απορροφά ή αποτυγχάνει να απορροφήσει τις πιέσεις που δέχεται. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αλλαγή οδηγεί σε (ανα) προσαρμογή· σε άλλες, σε σταδιακή απορρύθμιση. Και

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ 10 ακριβώς σε αυτή τη διάκριση εδράζεται η κατανόηση της σύγχρονης διεθνούς πραγματικότητας. Οι διεθνείς τάξεις δεν αξιολογούνται μόνο από τους κανόνες που θεσπίζουν, αλλά εξίσου από τον βαθμό στον οποίο οι κανόνες αυτοί διατηρούν τη δεσμευτικότητά τους υπό συνθήκες πίεσης. Όταν η εφαρμογή τους καθίσταται επιλεκτική και το κόστος της παραβίασης αβέβαιο, η κανονικότητα δεν καταλύεται, αλλά αποδυναμώνεται. Η σταθερότητα που προκύπτει σε τέτοιες συνθήκες είναι συχνά παραπλανητική: διατηρεί τη μορφή της τάξης, αλλά όχι απαραίτητα τη λειτουργία της. Η διεθνής τάξη που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου βρίσκεται σήμερα σε μια τέτοια φάση. Οι θεσμοί εξακολουθούν να υφίστανται, η ρητορική της νομιμότητας τυπικά να υπάρχει και οι διαδικασίες να αναπαράγονται. Ωστόσο, η ισχύς αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ως καθοριστικός παράγοντας συμπεριφοράς, συχνά με έμμεσους, υβριδικούς και ασύμμετρους τρόπους, υπονομεύοντας τις παραδοχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η μεταπολεμική κανονικότητα. Σκοπός του βιβλίου είναι να αναλύσει ιστορικά το κανονιστικό και θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η μεταπολεμική διεθνής τάξη, και να εξετάσει τον βαθμό στον οποίο αυτά παραμένουν λειτουργικά σε ένα διεθνές σύστημα που μεταβάλλεται. Η βασική υπόθεση εργασίας είναι ότι πολλές από τις σημερινές δυσλειτουργίες δεν οφείλονται πρωτίστως σε συγκυριακές επιλογές, αλλά σε δομικές παραδοχές που συγκροτήθηκαν σε διαφορετικό ιστορικό περιβάλλον και σήμερα δοκιμάζονται από νέες

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ; 11 μορφές ανταγωνισμού και απορρύθμισης. Η προσέγγιση αυτή επιδιώκει να μετατοπίσει την ανάλυση από το επίπεδο της επικαιρικής κριτικής στο επίπεδο της ιστορικής ερμηνείας. Αντί να αναζητά απλές αιτιακές σχέσεις, εστιάζει στις μακροχρόνιες δυναμικές που διαμορφώνουν τα όρια του εφικτού στη διεθνή πολιτική. Με αυτόν τον τρόπο οι σύγχρονες εξελίξεις προσεγγίζονται όχι ως ρήξη με το παρελθόν, αλλά ως αποτέλεσμα συσσωρευτικών μετατοπίσεων. Κάθε κεφάλαιο γράφτηκε ώστε να μπορεί να διαβαστεί χωριστά. Όμως, ταυτόχρονα, όλα είναι ενταγμένα σε μία ενιαία αρχιτεκτονική. Αυτή η δισυπόστατη φύση του βιβλίου εξηγεί γιατί σε κάποια σημεία μπορεί να υπάρχουν μικρές αλληλοεπικαλύψεις. Δεν πρόκειται για αμέλεια, αλλά για συνειδητή επιλογή, έτσι ώστε η αποσπασματική μελέτη της μίας ή της άλλης ενότητας του βιβλίου να μη στερεί από τον αναγνώστη την πληρότητα του επιχειρήματος που αναπτύσσεται σε αυτήν. Το βιβλίο δεν προσφέρει συνταγές ούτε προφητείες. Η Ιστορία δεν αποτελεί μέθοδο πρόβλεψης του μέλλοντος. Αν ήταν έτσι, οι ιστορικοί θα είχαν γίνει ζάπλουτοι από την επιστήμη τους (δυστυχώς, δεν γνωρίζω κανέναν που να τα κατάφερε…). Αποτελεί, όμως, εργαλείο κατανόησης του παρόντος, μέσο αναγνώρισης επαναλαμβανόμενων μοτίβων και πηγή επίγνωσης των συνεπειών που συνοδεύουν συγκεκριμένες επιλογές ή παραλείψεις. Μέσα από αυτή τη λογική, τα κεφάλαια που ακολουθούν εξετάζουν τη σταδιακή απορρύθμιση της διεθνούς κανονικότητας, την ανάδυση υβριδικών μορφών ανταγωνισμού, τις δομικές αδυνα-

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ 12 μίες της ευρωπαϊκής ισχύος και το κόστος –οικονομικό, πολιτικό και στρατηγικό– των διαθέσιμων επιλογών. Το ερώτημα που διατρέχει το βιβλίο δεν είναι εάν οι διεθνείς δρώντες αντιλαμβάνονται ότι το περιβάλλον γύρω τους αλλάζει: αυτό είναι πλέον ευρέως αποδεκτό. Είναι εάν μπορούν να προσαρμοστούν σε αυτή την αλλαγή χωρίς να αναμετρηθούν με τις παραδοχές πάνω στις οποίες οικοδόμησαν τη συμπεριφορά, τις στρατηγικές και τις προσδοκίες τους. Και, κυρίως, εάν είναι διατεθειμένοι να αποδεχτούν ότι σε περιόδους δομικής μετάβασης η σταθερότητα δεν αποτελεί σημείο εκκίνησης, αλλά ζητούμενο – και ότι το αύριο δύσκολα θα μοιάζει με το σήμερα, όσο κι αν το αντίθετο θα ήταν πιο παρηγορητικό, καθώς θα πρόσφερε μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας.

A. ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

15 Η μεταπολεμική διεθνής τάξη Μία ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν σήμανε απλώς τη λήξη μίας άνευ προηγουμένου ένοπλης σύγκρουσης, αλλά την κατάρρευση ενός ολόκληρου διεθνούς πλαισίου. Η εμπειρία της περιόδου του Μεσοπολέμου είχε καταδείξει ότι η δυσλειτουργία μηχανισμών συλλογικής ασφάλειας, η οικονομική απορρύθμιση και η αδυναμία επιβολής των κανόνων μπορούσαν να οδηγήσουν όχι σε μεμονωμένες κρίσεις, αλλά σε συστημική αποσύνθεση. Η μεταπολεμική πρόκληση, επομένως, δεν ήταν απλώς η αποκατάσταση της ειρήνης, αλλά η οικοδόμηση μιας διεθνούς τάξης ικανής να αποτρέψει την επανάληψη μιας παγκόσμιας καταστροφής. Το διακύβευμα δεν αφορούσε μόνο τη διαχείριση της ισχύος, αλλά τη συγκρότηση ενός πλαισίου συμπεριφοράς σε ένα βαθιά ασταθές διεθνές περιβάλλον. Η αποτυχία του Μεσοπολέμου είχε καταστήσει σαφές ότι, χωρίς θεσμικό έρμα και χωρίς μηχανισμούς πειθαρχίας, ακόμα και οι πλέον φιλόδοξες κανονιστικές αρχές παραμένουν κενό γράμμα. Η μεταπολεμική τάξη όφειλε, συνεπώς, να συνδυάσει τη νομιμότητα με την ισχύ και την καθολικό-

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ 16 τητα των κανόνων με την πραγματικότητα των συσχετισμών δύναμης. Το διεθνές σύστημα που διαμορφώθηκε μετά το 1945 υπήρξε προϊόν ενός διπλού συμβιβασμού. Από τη μία πλευρά, ενσωμάτωσε μια φιλοδοξία καθολικής κανονικότητας: τη θεσμοποίηση κανόνων, οργανισμών και διαδικασιών που θα περιόριζαν την αυθαιρεσία και θα καθιστούσαν τη διεθνή συμπεριφορά προβλέψιμη. Από την άλλη, αναγνώρισε ρητά –και ενσωμάτωσε θεσμικά– τις πραγματικές κατανομές ισχύος, αποδεχόμενο ότι η σταθερότητα μπορούσε να διασφαλιστεί μόνο εφόσον οι μεγάλες δυνάμεις είχαν προνομιακό ρόλο στη διαχείριση της τάξης. Η βασική αντίφαση της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης έγκειται ακριβώς σε αυτό το σημείο: ενώ θεμελιώθηκε στη γλώσσα του Διεθνούς Δικαίου και της συλλογικής ασφάλειας, λειτούργησε στην πράξη μέσα σε ένα αυστηρά διπολικό περιβάλλον, όπου η ισορροπία ισχύος και ο στρατηγικός ανταγωνισμός καθόριζαν τα όρια της κανονικότητας. Παρ’ όλα αυτά, και ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτής της αντίφασης, το σύστημα αυτό επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες. Η συγκρότηση του μεταπολεμικού διεθνούς συστήματος δεν υπήρξε αυθόρμητη εξέλιξη, αλλά αποτέλεσμα συνειδητού σχεδιασμού εκ μέρους των νικητριών δυνάμεων ήδη πριν από τη λήξη του πολέμου. Από το 1944 έως το 1947 διαμορφώθηκε ένα πλέγμα πρακτικών που αποσκοπούσε στην αποτροπή των παθογενειών του Μεσοπολέμου: της οικονομικής αποσταθεροποίησης, της θεσμικής αδυναμίας και της ανεξέλεγκτης αναθεωρητικής συμπεριφοράς. Κε-

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ; 17 ντρικό χαρακτηριστικό του νέου πλαισίου ήταν η προσπάθεια να συνδυαστεί η κανονιστική φιλοδοξία με τον ρεαλισμό της ισχύος. Η εμπειρία της προηγούμενης αποτυχίας είχε καταστήσει σαφές ότι ούτε η απλή ισορροπία ισχύος ούτε η αφηρημένη κανονιστικότητα επαρκούσαν από μόνες τους. Η σταθερότητα προϋπέθετε θεσμούς ικανούς να απορροφούν την ένταση του ανταγωνισμού και ταυτόχρονα να ενσωματώνουν τις άνισες κατανομές ισχύος. Η μεταπολεμική διεθνής τάξη δεν κατάργησε την ισχύ ως μέσο επιβολής της θέλησης των δυνατών εις βάρος των αδυνάτων. Κάθε άλλο. Ο διάλογος των Αθηναίων και των Μηλίων, όπως παραστατικά τον αποτυπώνει ο Θουκυδίδης, επαναλήφθηκε με ποικίλες παραλλαγές αλλά με την ίδια βασική επωδό: ο αδύναμος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του. Οι ισχυρές χώρες συνέχισαν να ασκούν πίεση, να επεμβαίνουν και να διαμορφώνουν εξελίξεις εις βάρος ασθενέστερων κρατών, είτε μέσω ευθείας χρήσης στρατιωτικών μέσων είτε μέσω άλλων μορφών εξαναγκασμού. Ωστόσο, η προσφυγή στη βία δεν μπορούσε πλέον να εμφανιστεί ως αυτονόητη έκφραση δικαιώματος του ισχυρού. Ακόμα και σε περιπτώσεις κατάφωρης ανισορροπίας δύναμης –όπως στις επεμβάσεις των υπερδυνάμεων στις σφαίρες επιρροής τους κατά τον Ψυχρό Πόλεμο– η επιβολή συνοδευόταν από ένα λεξιλόγιο νομιμοποίησης: «αποκατάσταση της τάξης», «προστασία της σταθερότητας», «άμυνα έναντι εξωτερικής απειλής». Σε αυτή τη συνειδητή σύνθεση εδράστηκε η αρχιτεκτονική της μεταπολεμικής τάξης. Ένας από τους θεμέλιους λίθους της θεσμικής αρχιτε-

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ 18 κτονικής του μεταπολεμικού κόσμου υπήρξε η ίδρυση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος αντικατέστησε την (εντέλει αποτυχημένη) Κοινωνία των Εθνών. Ο νέος οργανισμός σχεδιάστηκε εξαρχής ως μηχανισμός διαχείρισης της ισχύος των μεγάλων δυνάμεων και όχι ως φόρουμ αφηρημένης νομικής ισότητας. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, με τη μόνιμη συμμετοχή και το δικαίωμα αρνησικυρίας των πέντε μεγάλων νικητών του πολέμου, ενσωμάτωνε θεσμικά την παραδοχή ότι καμία διεθνής τάξη δεν μπορεί να λειτουργήσει ερήμην –ή, πολύ περισσότερο, εναντίον– των ισχυρότερων κρατών. Η σταθερότητα προκρινόταν έναντι της τυπικής ισοτιμίας. Ο ΟΗΕ δεν κατασκευάστηκε για να λειτουργεί ως υπερεθνική αρχή με εκτελεστικές αρμοδιότητες. Δεν θα ήταν αμερόληπτο δικαστήριο με δυνατότητα επιβολής ποινών ούτε μηχανισμός εξαναγκασμού των ισχυρών: η Ελλάδα το διαπίστωσε από πρώτο χέρι τη δεκαετία του 1950, όταν επιχείρησε ανεπιτυχώς να χρησιμοποιήσει τα Ηνωμένα Έθνη ως μέσο για την προώθηση της διευθέτησης του Κυπριακού πάνω στη βάση της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών. Η οικονομική διάσταση της τάξης θεωρήθηκε εξίσου κρίσιμη. Η Διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς (1944) οδήγησε στη δημιουργία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, με στόχο τη σταθεροποίηση των νομισμάτων, τη διευκόλυνση του διεθνούς εμπορίου και τη χρηματοδότηση της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης. Η εμπειρία της Μεγάλης Ύφεσης του Μεσοπολέμου είχε καταστήσει σαφές ότι η οικονομική απορρύθμιση μπορούσε να μετατραπεί σε γεωπολιτικό καταλύτη. Η ανεξέλεγκτη

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ; 19 κατάρρευση των αγορών, η νομισματική αστάθεια και ο οικονομικός εθνικισμός δεν θεωρήθηκαν απλώς κοινωνικοοικονομικά φαινόμενα, αλλά παράγοντες που υπονομεύουν ευθέως τη διεθνή ασφάλεια. Η μεταπολεμική οικονομική αρχιτεκτονική αποσκοπούσε, επομένως, όχι μόνο στην ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη, αλλά επιπλέον στη θωράκιση του διεθνούς συστήματος απέναντι στις αποσταθεροποιητικές συνέπειες των οικονομικών κρίσεων. Μέσω της θεσμικής ρύθμισης της οικονομικής αλληλεξάρτησης, η σταθερότητα επιδιώχθηκε να καταστεί διατηρήσιμη στο διηνεκές. Η οικονομική τάξη αντιμετωπίστηκε ως αναγκαία προϋπόθεση πολιτικής και στρατηγικής σταθερότητας και όχι ως δευτερεύουσας σημασίας συμπλήρωμά της. Η σημασία της οικονομικής διάστασης της μεταπολεμικής τάξης κατέστη ακόμα πιο εμφανής κατά τη δεκαετία του 1970, όταν οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979 προκάλεσαν σοβαρούς τριγμούς στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Η απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας, ο πληθωρισμός και η επιβράδυνση της ανάπτυξης ανέδειξαν τα όρια της μεταπολεμικής οικονομικής αρχιτεκτονικής και κατέδειξαν πόσο στενά συνδεδεμένη ήταν η οικονομική σταθερότητα με τη γεωπολιτική ισορροπία. Οι κρίσεις αυτές δεν οδήγησαν σε άμεση κατάρρευση της τάξης, αλλά λειτούργησαν ως καταλύτες αναπροσαρμογών, επιταχύνοντας τη σταδιακή αποδυνάμωση των μεταπολεμικών ρυθμιστικών μηχανισμών. Έτσι, η οικονομική διάσταση της διεθνούς τάξης εισήλθε σε φάση μετασχηματισμού, με συνέπειες που υπερέβησαν το στενά οικονομικό πεδίο. Η εγκατάλειψη του «κανόνα του χρυσού» από τις Ηνωμένες

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ 20 Πολιτείες, η οποία πήρε το 1971 τη μορφή του τερματισμού της μετατρεψιμότητας του αμερικανικού δολαρίου σε χρυσό, είχε ήδη οδηγήσει σε κατάρρευση το σύστημα του Μπρέτον Γουντς. Ο διπολικός κόσμος Σχεδόν αμέσως μετά την ανάδυση του μεταπολεμικού διεθνούς συστήματος η συναίνεση γύρω από τον τρόπο λειτουργίας του άρχισε να διαβρώνεται. Η Σοβιετική Ένωση αντιλαμβανόταν τους βασικούς θεσμούς αυτού του συστήματος ως μηχανισμούς δυτικής –και ιδίως αμερικανικής– ηγεμονίας. Η απόρριψη του Σχεδίου Μάρσαλ και η μη συμμετοχή της Μόσχας στο σύστημα του Μπρέτον Γουντς κατέστησαν σαφές ότι το ενιαίο μεταπολεμικό όραμα είχε περιορισμένη διάρκεια. Η διεθνής τάξη που σχεδιάστηκε ως καθολική άρχισε ευθύς εξαρχής να λειτουργεί στην πράξη ως διττή. Το ιδρυτικό πλαίσιο της περιόδου 19441947 έθεσε, συνεπώς, τις βάσεις ενός διεθνούς συστήματος που επιδίωκε τη σταθερότητα μέσω θεσμών, αλλά προετοιμαζόταν να λειτουργήσει μέσα από τον ανταγωνισμό. Η μετάπτωση από τη συμμαχική συνεργασία στη διπολική αντιπαράθεση δεν αναιρεί τη σημασία αυτής της αρχικής αρχιτεκτονικής. Αντίθετα, εξηγεί γιατί ο Ψυχρός Πόλεμος διεξήχθη εντός ενός πλαισίου κανόνων και όχι σε συνθήκες απόλυτης αναρχίας. Η μετάβαση σε ένα πλήρως διαμορφωμένο διπολικό σύστημα δεν υπήρξε στιγμιαία αλλά αποτέλεσμα σωρευτι-

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ; 21 κών εξελίξεων που κατέστησαν τον ανταγωνισμό μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων δομικό χαρακτηριστικό της διεθνούς τάξης. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 η αρχική υπόθεση μιας ενιαίας, καθολικής τάξης υποχώρησε μπροστά στην πραγματικότητα της ιδεολογικής, στρατηγικής και οικονομικής ασυμβατότητας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης. Ο διπολισμός προέκυψε ως η μόνη βιώσιμη μορφή οργάνωσης της μεταπολεμικής ισχύος, καθώς αντανακλούσε την πρωτοφανή συγκέντρωση δύναμης στα χέρια δύο κρατών. Η Ευρώπη, παραδοσιακό κέντρο του διεθνούς συστήματος, εξήλθε από τον πόλεμο στρατιωτικά εξαντλημένη, οικονομικά αποδιοργανωμένη και πολιτικά εξαρτημένη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν συντριπτική οικονομική υπεροχή και παγκόσμια στρατιωτική εμβέλεια, ενώ η Σοβιετική Ένωση διέθετε τεράστια χερσαία ισχύ και είχε εξασφαλίσει τον έλεγχο επί της Ανατολικής Ευρώπης. Η ιδεολογική διάσταση του ανταγωνισμού επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία. Ο φιλελεύθερος καπιταλισμός και ο σοβιετικός σοσιαλισμός δεν συνιστούσαν απλώς διαφορετικά πολιτικοοικονομικά μοντέλα, αλλά ανταγωνιστικές αξιώσεις καθολικότητας. Κάθε πλευρά αντιλαμβανόταν την επέκταση της επιρροής της άλλης όχι ως απλή γεωπολιτική εξέλιξη, αλλά ως απειλή προς τη νομιμοποίηση και τη βιωσιμότητα του ίδιου του συστήματός της. Η ασφάλεια έγινε αδιαχώριστη από την ιδεολογία. Ο διπολισμός θεσμοποιήθηκε μέσω της συγκρότησης ανταγωνιστικών συμμαχικών δομών. Η ίδρυση του ΝΑΤΟ το 1949 σηματοδότησε την ανάληψη μόνιμης αμερικανικής δέσμευσης για την ασφάλεια της Δυτικής Ευρώπης, μετα-

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ 22 τρέποντας την αμυντική συνεργασία σε διαρκές στρατηγικό πλαίσιο. Η απάντηση της Μόσχας με τη δημιουργία του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1955 ολοκλήρωσε τη στρατιωτική πόλωση. Οι συμμαχίες αυτές δεν λειτούργησαν μόνο ως μέσα αμοιβαίας αποτροπής, αλλά και ως μηχανισμοί πολιτικού ελέγχου και εσωτερικής πειθαρχίας εντός των δύο μπλοκ. Καθοριστικό στοιχείο του διπολισμού υπήρξε η σταδιακή παγίωση σφαιρών επιρροής. Οι δύο υπερδυνάμεις αποδέχτηκαν στην πράξη έναν γεωγραφικό καταμερισμό της Ευρώπης. Η παγίωση αυτού του διαχωρισμού δεν εξάλειψε τις κρίσεις, αλλά περιόρισε το εύρος τους, καθώς καθιστούσε σαφές ποια εδάφη θεωρούνταν ζωτικής σημασίας για κάθε πλευρά. Η ανάδυση του διπολισμού δεν οδήγησε σε πλήρη κατάρρευση της διεθνούς κανονικότητας. Αντιθέτως, παρήγαγε μια ιδιότυπη μορφή σταθερότητας, που ήταν βασισμένη όχι στη συνεργασία, αλλά στην προβλεψιμότητα της αντιπαράθεσης. Οι κανόνες δεν καταργήθηκαν, αλλά επανανοηματοδοτήθηκαν υπό το βάρος της ψυχροπολεμικής στρατηγικής ισορροπίας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα σύστημα κατεξοχήν ανταγωνιστικό, αλλά ταυτόχρονα αυστηρά δομημένο. Η σταθερότητα του Ψυχρού Πολέμου δεν προέκυψε από την απουσία σύγκρουσης, αλλά από τη συστηματική διαχείρισή της. Το διπολικό διεθνές σύστημα λειτούργησε μέσα από ένα πλέγμα στρατηγικών περιορισμών, άτυπων κανόνων και επαναλαμβανόμενων πρακτικών που περιόριζαν τον κίνδυνο γενικευμένου πολέμου, χωρίς, από την άλλη, να εξαλείφουν εντελώς την αντιπαράθεση. Κεντρικός μηχανισμός αυτής της λειτουργίας υπήρξε η

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ; 23 πυρηνική αποτροπή. Η απόκτηση πυρηνικών όπλων από τις δύο υπερδυνάμεις μετέβαλε ριζικά τη λογική του πολέμου. Η πιθανότητα αμοιβαίας ολοκληρωτικής καταστροφής κατέστησε τη μετωπική αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση στρατηγικά παράλογη. Η ασφάλεια δεν στηριζόταν πλέον στη νίκη (ή, έστω, στην προσδοκία της), αλλά στη βεβαιότητα της καταστροφής. Από τη στιγμή που καμία από τις δύο υπερδυνάμεις δεν μπορούσε να εξασφαλίσει αποφασιστικό πλεονέκτημα χωρίς να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία, η ευθεία μεταξύ τους σύγκρουση κατέστη ορθολογικά ασύμφορη. Το αποτέλεσμα δεν ήταν μια ειρηνική διεθνής τάξη, αλλά μια τάξη ελεγχόμενης αντιπαράθεσης. Η πυρηνική αποτροπή, υπό αυτή την έννοια, δεν απέβλεπε στην επίλυση της σύγκρουσης, αλλά στην αναστολή της κλιμάκωσης. Ωστόσο, η ισορροπία δεν λειτούργησε αυτόματα. Απαιτούσε συνεχή διαχείριση, επικοινωνία και αυτοσυγκράτηση. Οι μεγάλες κρίσεις της περιόδου –όπως στο Βερολίνο το 1948-1949 ή στην Κούβα το 1962– κατέδειξαν εξίσου τα όρια αλλά και την αποτελεσματικότητα του συστήματος. Από αυτές τις εμπειρίες προέκυψαν άτυποι κανόνες συμπεριφοράς: η αποφυγή αιφνιδιαστικών ενεργειών, η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας και η αναγνώριση κόκκινων γραμμών που δεν έπρεπε να παραβιαστούν ήταν ορισμένοι από τους ευδιάκριτους και συνάμα πιο σημαντικούς. Η σταθερότητα προέκυψε ως προϊόν μάθησης μέσα από τη διαχείριση του κινδύνου. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν πρακτικές ελέγχου των εξοπλισμών, όχι με στόχο τον αφοπλισμό, αλλά τη ρύθμιση

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ 24 του ανταγωνισμού. Οι συμφωνίες περιορισμού των στρατηγικών όπλων μείωσαν την πιθανότητα λανθασμένων υπολογισμών. Το παράδοξο της περιόδου είναι ότι η βαθύτερη καχυποψία συνυπήρξε με πρωτοφανή επίπεδα συνεννόησης σε τεχνικά ζητήματα ασφάλειας. Την ίδια στιγμή, το διπολικό σύστημα διοχέτευσε τη σύγκρουση εκτός του κεντρικού του πυρήνα. Οι περιφερειακές συγκρούσεις και οι πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων αποτέλεσαν βασικό μηχανισμό εκτόνωσης της έντασης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Η Ασία, η Μέση Ανατολή, η Αφρική και η Λατινική Αμερική μετατράπηκαν σε πεδία έμμεσης αντιπαράθεσης, όπου η στρατιωτική, πολιτική και οικονομική υποστήριξη προς συμμάχους υποκαθιστούσε την άμεση εμπλοκή. Η σταθερότητα στο κέντρο συνοδεύτηκε από αστάθεια στην περιφέρεια. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν, επίσης, οι αμοιβαίες αποδοχές σφαιρών επιρροής. Παρά τις διακηρύξεις περί αυτοδιάθεσης των λαών, οι υπερδυνάμεις επέδειξαν αξιοσημείωτη συνέπεια στην προστασία των ζωτικών τους χώρων. Οι παρεμβάσεις εντός των αντίστοιχων συνασπισμών έγιναν ανεκτές, ενώ οι άμεσες προκλήσεις στην «εδαφική ζώνη» του άλλου αντιμετωπίζονταν ως κόκκινες γραμμές. Αυτή η επιλεκτική εφαρμογή της κανονικότητας αποτέλεσε θεμέλιο της συστημικής αντοχής. Δεν εξάλειψε τη βία ούτε τις κρίσεις, αλλά περιόρισε την έντασή τους και, κυρίως, το εύρος τους. Η τάξη του Ψυχρού Πολέμου δεν βασίστηκε στη συναίνεση, αλλά στη δομημένη αντιπαλότητα, στη γνώση και τον σεβασμό των ορίων. Αυτή η λειτουργική λογική –πάντα σε συνδυασμό με την ύπαρξη των πυρηνικών όπλων– εν

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ; 25 πολλοίς εξηγεί γιατί ένα τόσο συγκρουσιακό σύστημα κατόρθωσε να επιβιώσει για σχεδόν μισό αιώνα χωρίς να καταλήξει σε παγκόσμιο πόλεμο. Η δημιουργία του Κινήματος των Αδεσμεύτων εξέφρασε την προσπάθεια μιας μεγάλης ομάδας κρατών να αμφισβητήσουν τη διπολική λογική χωρίς να ενταχθούν σε κάποιο από τα δύο στρατόπεδα. Για πολλά κράτη της Ασίας, της Αφρικής και αργότερα της Λατινικής Αμερικής η αδέσμευτη στάση δεν αποτελούσε εκδήλωση ιδεολογικής ουδετερότητας, αλλά στρατηγική επιβίωσης σε ένα διεθνές σύστημα που παρήγε ασφάλεια κυρίως για το κέντρο του και όχι για την περιφέρειά του. Ωστόσο, παρά τη ρητορική των Αδεσμεύτων περί αυτονομίας και συλλογικής δράσης, το περιθώριο πραγματικά αδέσμευτης πολιτικής υπήρξε μικρό. Οι οικονομικές εξαρτήσεις, οι ανάγκες ασφάλειας και οι πιέσεις των υπερδυνάμεων περιόρισαν τη δυνατότητα συγκρότησης ενός τρίτου, αυτόνομου πόλου ισχύος. Οι Αδέσμευτοι δεν διέθεταν τους στρατηγικούς πόρους (οικονομικούς, στρατιωτικούς, τεχνολογικούς, πολιτικούς) προκειμένου να επηρεάζουν καθοριστικά τις παγκόσμιες ισορροπίες. Σχημάτιζαν πλειοψηφίες στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, αλλά η επιρροή τους εξαντλούνταν στην υιοθέτηση μη δεσμευτικών ψηφισμάτων. Το Κίνημα των Αδεσμεύτων ανέδειξε έτσι μία κρίσιμη αντίφαση της μεταπολεμικής τάξης: ενώ παρουσιαζόταν ως καθολική και πολυμερής, λειτουργούσε στην πράξη ως ιεραρχημένο σύστημα, στο οποίο η επιλογή της ουδετερότητας ήταν περισσότερο εξαίρεση παρά βιώσιμη κανονικότητα.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ 26 Η ανάδυση του Κινήματος των Αδεσμεύτων συνδέθηκε άρρηκτα με το ευρύτερο φαινόμενο της αποαποικιοποίησης και την ταχεία κατάρρευση των ευρωπαϊκών αποικιακών αυτοκρατοριών μετά το 1945. Η αποδυνάμωση των ευρωπαϊκών μητροπόλεων, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη νομιμοποίηση της αρχής της αυτοδιάθεσης, οδήγησε στη γέννηση δεκάδων νέων κρατών, τα οποία εντάχθηκαν σε ένα διεθνές σύστημα στη διαμόρφωση του οποίου δεν είχαν συμβάλει. Για τα κράτη αυτά η ανεξαρτησία δεν σήμαινε αυτομάτως και στρατηγική αυτονομία. Πολλές από τις πρώην αποικίες παρέμειναν εγκλωβισμένες σε σχέσεις οικονομικής εξάρτησης, θεσμικής αδυναμίας και εξωτερικών πιέσεων, γεγονός που περιόριζε δραστικά τα περιθώρια ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Η αποαποικιοποίηση δεν οδήγησε στη δημιουργία ενός πραγματικά πολυπολικού συστήματος, αλλά σε μια διεύρυνση της περιφέρειας εντός ενός ήδη αυστηρά ιεραρχημένου διεθνούς πλαισίου. Αντιφάσεις και όρια Η ανθεκτικότητα του διπολικού συστήματος κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου συχνά εκλαμβάνεται ως απόδειξη της επιτυχίας του. Ωστόσο, η σταθερότητα που παρήγαγε υπήρξε ιδιότυπη και βαθιά αντιφατική. Δεν βασίστηκε στην επίλυση των δομικών συγκρούσεων, αλλά στη συγκράτησή τους· δεν θεμελιώθηκε στη συμφιλίωση, αλλά στην αποδοχή ευδιάκριτων ορίων. Το αποτέλεσμα ήταν μία

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ; 27 διεθνής τάξη ικανή να αποτρέψει τον παγκόσμιο πόλεμο, αλλά ανίκανη να εξασφαλίσει ουσιαστική ειρήνη. Η λειτουργικότητά της στηρίχτηκε στη μετατροπή της σύγκρουσης σε προβλέψιμη συνθήκη και όχι σε παροδική παρέκκλιση. Μέσω της αποτροπής, της θεσμοποιημένης αντιπαράθεσης και της έμπρακτης αναγνώρισης σφαιρών επιρροής, η αστάθεια δεν εξαλείφθηκε αλλά περιορίστηκε χωρικά και ποιοτικά. Έτσι, η σταθερότητα του συστήματος προέκυψε όχι από την απουσία έντασης, αλλά από τη διαρκή διαχείρισή της. Η πρώτη και θεμελιώδης αντίφαση αφορούσε τη σχέση μεταξύ κανονικότητας και ισχύος. Ενώ το μεταπολεμικό σύστημα οικοδομήθηκε στη βάση θεσμών, κανόνων και νομικών αρχών, στην πραγματικότητα η εφαρμογή τους υπήρξε επιλεκτική. Η κρατική κυριαρχία, η μη επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις τρίτων χωρών και το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση αναγνωρίζονταν καταρχήν, αλλά υποχωρούσαν όταν συγκρούονταν με ζωτικά στρατηγικά συμφέροντα. Η κανονικότητα δεν καταργήθηκε· ιεραρχήθηκε. Αυτό επέτρεψε στο σύστημα να λειτουργεί, αλλά ταυτόχρονα υπονόμευσε τη νομιμοποιητική του βάση. Η επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων δεν ήταν παρεκτροπή, αλλά δομικό χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης. Η ισχύς λειτουργούσε ως φίλτρο ερμηνείας των κανόνων, καθορίζοντας πότε αυτοί ενεργοποιούνταν και πότε αναστέλλονταν. Έτσι, η κανονικότητα διατηρήθηκε ως πλαίσιο αναφοράς, αλλά αποδυναμώθηκε ως καθολική δέσμευση. Δεύτερη κρίσιμη αντίφαση ήταν η άνιση κατανομή

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ 28 ασφάλειας. Για τα κράτη που εντάχθηκαν στους δύο ψυχροπολεμικούς συνασπισμούς, ιδίως στην Ευρώπη, ο διπολισμός παρείχε ένα σχετικά προβλέψιμο και σταθερό περιβάλλον. Αντιθέτως, για μεγάλο μέρος του αναπτυσσόμενου κόσμου ο Ψυχρός Πόλεμος σήμαινε διαρκή αστάθεια. Πραξικοπήματα, εμφύλιοι πόλεμοι και εξωτερικές παρεμβάσεις αποτέλεσαν δομικό στοιχείο της διεθνούς εμπειρίας στην Ασία, στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Η ειρήνη στο κέντρο συνοδεύτηκε από βία στην περιφέρεια. Η περιφερειακή αστάθεια δεν αποτέλεσε παρεπόμενο της τάξης, αλλά αναγκαία συνθήκη της λειτουργίας της. Η αποτροπή του άμεσου πολέμου μεταξύ των υπερδυνάμεων προϋπέθετε τη διοχέτευση του ανταγωνισμού σε λιγότερο κρίσιμα γεωγραφικά και πολιτικά πεδία. Έτσι, η ασφάλεια κατανεμήθηκε κι αυτή ιεραρχικά, με τη σταθερότητα να συγκεντρώνεται στο κέντρο και την αβεβαιότητα να μετατίθεται στις πιο απομακρυσμένες περιοχές. Μία άλλη αντίφαση αφορούσε τη χρονική διάσταση της σταθερότητας. Το σύστημα ήταν αποτελεσματικό στη διαχείριση βραχυπρόθεσμων κινδύνων, αλλά λιγότερο ικανό να αντιμετωπίσει μακροπρόθεσμες μεταβολές. Κοινωνικές πιέσεις, οικονομικές ανισορροπίες και πολιτισμικές ανακατατάξεις συσσωρεύονταν κάτω από την επιφάνεια της στρατηγικής ισορροπίας. Η σταθερότητα διατηρούνταν όχι μέσω προσαρμογής, αλλά μέσω επίσημης αναστολής της αλλαγής, καθιστώντας το σύστημα τελικά άκαμπτο. Ωστόσο, η επιφανειακή ακινησία δεν ανέστειλε την κίνηση των βαθύτερων δυνάμεων της Ιστορίας. Η ίδια η επιτυχία της αποτροπής του πολέμου ανάμεσα στις υπερδυνάμεις πα-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=