ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ
Πρώτη έκδοση Μάρτιος 2026 Τίτλος πρωτοτύπου Elaine Garvey, The Wardrobe Department, Canongate Books, 2025 Επιμέλεια – Διόρθωση δοκιμίων Μαρτίνα Ασκητοπούλου Σχεδιασμός εξωφύλλου The Brood Σελιδοποίηση Γιώτα Μπόμπου © 2025, Elaine Garvey © 2025, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-618-03-4799-9 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84799 Κ.Ε.Π. 5948 Κ.Π. 23232 Η έκδοση του βιβλίου πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του Literature Ireland. Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Ξένη λογοτεχνία
Elaine Garvey ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Δέσποινα Γιανναρούδη
Όλες οι σημειώσεις είναι της μεταφράστριας, εκτός αν δηλώνεται διαφορετικά.
Moling: Glúais alle go ttormalla cuid bhus milis lat. Suibhne: Dá fhestá-sa, a chléirecháin, doilghe bheith gan bhrat. –Από το Buile Suibhne Μόλινγκ: Έλα πιο κοντά. Έλα εδώ και μοιράσου ό,τι ψιχία επιθυμείς. Σουίνι: Υπάρχουν χειρότερα πράγματα, παπά, από την πείνα. Φαντάσου να ζεις χωρίς μανδύα. –Από το Sweeney Astray* * Το Buile Suibhne είναι ένα μεσαιωνικό ιρλανδικό παραμύθι σε έμμετρο και πεζό λόγο, το σημαντικότερο κείμενο της μεσαιωνικής ιρλανδικής λογοτεχνίας που έχει γίνει γνωστό ως Ιστορικός Κύκλος ή Κύκλος των Βασιλέων, και περιέχει ιστορίες των μυθικών βασιλιάδων της Ιρλανδίας. Ο ήρωάς του, βασιλιάς του Νταλ Ν’ Άριντι, καταραμένος από έναν άγιο, παραφρονεί, εγκαταλείπει τη Μάχη της Μόιρας (637 μ.Χ.) και είναι καταδικασμένος να περιπλανιέται στα δάση και στις πλαγιές μισός άνθρωπος και μισός πουλί, προσπαθώντας να ξεφύγει από τους ανθρώπινους συντρόφους του. Η απόδοση του αποσπάσματος βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση του Σίμους Χίνι: Moling: Come closer. Come here and share / whatever morsels you would like. / Sweeney:There are worse things, priest, than hunger. / Imagine living without a cloak.
Λονδίνο
11 Πέμπτη 28 Μαρτίου 2002, 11.15 π.μ. Βγήκα στο Γκριν Παρκ και άρχισα να περπατάω. Τι ανακούφιση να βρίσκομαι πάνω από τη γη. Αν πήγαινα προς το Πικαντίλι Σέρκους, έστριβα αριστερά στη Σάκβιλ Στριτ και έκοβα μέσα απ’ το Σόχο, θα κέρδιζα δεκαπέντε λεπτά καθαρού αέρα από τον σταθμό του μετρό ως το θέατρο. Από το ξενοδοχείο Ριτζ μέχρι την αρχή της Ρίτζεντ Στριτ πέρασα μπροστά από τέσσερα διάσημα κτίρια στα οποία δεν είχα μπει ποτέ. Διπλάσια σε αριθμό από τα σπίτια στα οποία με είχαν προσκαλέσει σε αυτή τη χώρα. Δύο σπίτια σε δώδεκα μήνες. Στο διαμέρισμα ενός ηθοποιού, για ένα πάρτι μετά την παράσταση, και σε μια ημιανεξάρτητη μονοκατοικία στο Σέρμπιτον, για να συναντήσω τον ξάδερφο του πατέρα μου και τη γυναίκα του. Δεν ήταν δική μου ιδέα. Μου είχε πάρει τρεις ώρες να φτάσω και τελικά απλώς δέχτηκα έναν βομβαρδισμό από οδηγίες για τη ζωή μου, του τύπου «Γιατί δεν…» και «Θα έπρεπε…» Κι αυτό ακριβώς ήταν που με είχε κάνει να εγκαταλείψω την Ιρλανδία, όλοι αυτοί οι μπάσταρδοι με τα «Γιατί δεν είσαι περισσότερο σαν εμένα;» τους. Οι δυο τους φρίκαραν όταν τους είπα ότι οι σπιτονοικοκύρηδές μου ήταν μουσουλμάνοι
ELAINE GARVEY 12 και τα πηγαίναμε περίφημα, πολύ καλύτερα απ’ ό,τι με τους Δουβλινέζους. Δεν τους προσκάλεσα να γνωρίσουν τον κύριο και την κυρία Χανίφ. Εδώ που τα λέμε, είχα καλέσει και κανέναν στο Κίνγκσμπερι; Ούτε έναν. Τα πράγματα στην Μπρούερ Στριτ ήταν σε καλύτερη κατάσταση, με τα αργοκίνητα ταξί και τα σταθμευμένα βανάκια των διανομέων. Μια μητέρα και ένα μικρό παιδί με τη στολή του σχολείου έρχονταν προς το μέρος μου στο στενό πεζοδρόμιο. Ίδια μάτια, ίδιο χρώμα μαλλιών. Πιασμένοι απ’ το χέρι. Όταν άρχισα εγώ το σχολείο, η μητέρα μου έπρεπε να με ξεγελάσει με την υπόσχεση γλυκών ή μιας βόλτας στο χωράφι με το άλογο. Αν της ξέφευγε πού πραγματικά πηγαίναμε, ξαφνικοί πόνοι στο στομάχι με έκαναν να διπλωθώ στα δύο. Κοκάλωνα μόλις έβλεπα τα μαύρα κάγκελα και την ανοιχτή εξώπορτα. Παραμέρισα και τους άφησα να περάσουν μαζί. Μια καρακάξα είχε κουρνιάσει σ’ ένα διαφημιστικό σταντ λίγο πιο πέρα. Μ’ έκοβε από πάνω μέχρι κάτω, γενναία σαν λεοπάρδαλη. Ήθελα να της δώσω να φάει τη μοναξιά μου. Ν’ αφήσω το πεινασμένο πουλί να την καταβροχθίσει. Δεν σταμάτησα ξανά μέχρι που έφτασα απέναντι από το Θέατρο Σεντ Λέναρντ, όπου και περίμενα να κόψει η κίνηση για να περάσω. Το φως της μέρας δεν κολάκευε το μέρος. Χωρίς το σκοτάδι για φόντο, η λάμψη της πινακίδας νέον χανόταν, όπως χάνονταν και τα φώτα που αναβοσβήνουν διαδοχικά στη μαρκίζα, σαν να κυνηγιούνται, και όλα όσα συνήθως αποσπούν την προσοχή από τις μαυρισμένες τσίχλες και τις γόπες στα γρανιτένια σκαλοπάτια.
ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ 13 Ο θείος Βάνιας και τα τριαντάφυλλά του έδειχναν αναιμικά στις αφίσες. Πίσω από τις γυάλινες πόρτες, οι ξεθωριασμένοι και λιγδιασμένοι τοίχοι ικέτευαν για το απαλό φως των πολυέλαιων. Τα εφτακόσια ενενήντα τέσσερα ζευγάρια παπούτσια που διέσχιζαν το κόκκινο χαλί το έκαναν να φαντάζει κομψό το βράδυ, αλλά ξεφτισμένο το πρωί. Τις καθαρές γραμμές που είχε αφήσει η σκούπα της Άνιας, κρύβοντας τους λεκέδες στο φουαγέ, τις ποδοπατούσε το προσωπικό του θεάτρου. Κάπου τώρα θα τελείωνε με τους νιπτήρες και τα ντους, ενώ εγώ χαιρετούσα τον κύριο Χέντερσον στην πλαϊνή είσοδο των ηθοποιών, υπέγραφα για να παραλάβω τα κλειδιά για τα καμαρίνια και χτυπούσα κάρτα για να ξεκινήσει το πρώτο μισό μιας σπαστής βάρδιας. Εγκλωβισμένη σε τέσσερις τοίχους για τις επόμενες τέσσερις ώρες. Αφού προσπέρασα την αποθήκη των σκηνικών, την κοινόχρηστη κουζίνα, το εντευκτήριο των ηθοποιών με τα παράταιρα έπιπλα από παλιότερες παραγωγές, άλλα ξεχαρβαλωμένα και άλλα υπό διάλυση ύστερα από μήνες κακομεταχείρισης, ανέβηκα την πίσω σκάλα προς το βεστιάριο, όπου η θερμοκρασία ανταγωνιζόταν αυτήν ενός τροπικού θερμοκηπίου. Ο φεγγίτης ήταν σφραγισμένος για να μην μπουν τα περιστέρια μέσα και μας γεμίσουν κουτσουλιές. Πριν περάσει μία ώρα, είχα σπάσει μια βελόνα ραπτομηχανής στα δόντια ενός φερμουάρ, είχα λεκιάσει τον πισινό ενός παντελονιού με λιπαντικό και είχα ανακαλύψει ότι ένα από τα υπόλευκα πουκάμισα του Βάνια είχε γίνει λουρίδες στο χτεσινοβραδινό πλύσιμο. Παράτα τα όλα.
ELAINE GARVEY 14 Φύγε αποδώ μέσα και μην ξαναγυρίσεις. Η παρόρμηση κράτησε όσο μια σαπουνόφουσκα. Δεν ήμουν τόσο γενναία. Για να συνέλθω, άνοιξα την έξοδο κινδύνου και βγήκα στην εξωτερική σκάλα, όπου έκανα ένα πρώιμο διάλειμμα για τσάι. Έξω στο μεταλλικό πλατύσκαλο, πέντε ορόφους ψηλά, ο άνεμος ήταν τόσο δυνατός όσο ένα θαλασσινό αεράκι. Κάτι μέσα μου ήθελε να γείρω πάνω από το μεταλλικό κιγκλίδωμα και να επιστρέψω στο έδαφος από κάτω, κι έτσι έκλεισα τα μάτια και συγκεντρώθηκα στην κούπα που κρατούσα, στενή στη βάση και πιο φαρδιά επάνω. Η ζέστη στις παλάμες μου έκανε τη δουλειά. Έστρεψα το πρόσωπό μου στον ήλιο και σκέφτηκα ότι ήμουν στο σπίτι, δίπλα στον ωκεανό. Οι γλάροι που άκουγα δεν ξέσκιζαν τις σακούλες σκουπιδιών, απλώς ψάρευαν στο κανάλι, και πρίμουλες φύτρωναν στο πλάι του δρόμου. Η Άνια θα έχει επιστρέψει τώρα στο φουαγέ, βουτώντας ένα πανί σε γυαλιστικό για τα πόμολα και τις ροζέτες, όπου να ’ναι θα τελειώσει. Όταν έφερα την κούπα στα χείλη μου, μύρισα κάτουρο στα δάχτυλά μου. Από τo ριγέ παντελόνι. Η αντικατάσταση φερμουάρ σε στενά παντελόνια ήταν η πιο χρονοβόρα, αναθεματισμένη δουλειά που υπήρχε. Γιατί δεν μου ερχόταν να κλάψω που έπρεπε να αγγίζω τα βρόμικα ρούχα άλλων ανθρώπων; Να ξηλώνω τις φόδρες κι ύστερα να τις ράβω από την αρχή; Όχι πολύ καιρό πριν, αυτό ακριβώς θα είχα κάνει, αφού όμως επιβίωσα τρεις μήνες με σπαστές βάρδιες στο Σεντ Λέναρντ, ήθελα να πιω το τσάι μου όσο ήταν ακόμη ζεστό. Έπιασα λίγο καλύτερα
ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ 15 την κούπα κι έμεινα ακίνητη. Κανείς δεν με ανάγκασε να δεχτώ αυτή τη δουλειά. Η μαρινιέρα που φορούσα χτες. Πώς το είχε πει η Μάργκαρετ; «Κάθετες ρίγες για τους μπουρζουάδες, οριζόντιες για τους προλετάριους». Τέλειωσε το πλύσιμο. Συνέχισε το μαντάρισμα. Το λάστιχο στο τελείωμα μιας φίνας πλεκτής ζακέτας με κεντημένα πέτα είχε σκιστεί πίσω. Μια άψογη απομίμηση του ’50. Πιάστηκε πρώτα σε ένα πόμολο καθώς η Ελένα πάλευε με τον Βάνια για το όπλο. Και μετά σε ένα ψεύτικο διαμαντένιο δαχτυλίδι, όταν την έβγαλε η ηθοποιός με το που τελείωσε η σκηνή. Με έναν μεγεθυντικό φακό σκυμμένη από πάνω της, θα έπρεπε να κάνω μικροσκοπικές βελονιές πόντου, εκτοξεύοντας κατάρες που η ζακέτα ήταν σκούρα πράσινη και όχι γαλάζια, κι όλα αυτά ώστε η Σόνια Αλεξάντροβνα να έκανε κι απόψε στον γιατρό Μιχαήλ Άστροφ την ίδια ερώτηση που του έκανε κάθε βράδυ: «Γιατί καταστρέφετε τον ίδιο τον εαυτό σας;». Δεν ξέρω, Σόνια, δεν ξέρω. Άνοιξα τα μάτια και στύλωσα για λίγο το βλέμμα μου στο απέναντι κτίριο. Μια οδοντωτή γραμμή από κόκκινα τούβλα, κάτω από μια σκεπή από γκρίζα κεραμίδια, μ’ ένα παράθυρο στην επικλινή στέγη και μια ξεθωριασμένη σημαία του Ηνωμένου Βασιλείου σε μια κεραία. Τα ονόματα ορισμένων ενοίκων ήταν περασμένα στο θυροτηλέφωνο κάτω στον δρόμο. Άντε, χτύπα στον τέταρτο όροφο για τον εκδοτικό οίκο. Τοίχοι καλυμμένοι με βιβλιοθήκες, κεφάλια καθισμένα πίσω από γραφεία. Τους κατασκόπευα συχνά, ελπίζοντας να δω τίποτα ενδιαφέρον: λίγο δράμα, κάποιον διάσημο. Μια γυναίκα τριγύ-
ELAINE GARVEY 16 ριζε μοιράζοντας σελίδες Α4 μαζί με διαφόρων ειδών φακέλους. Ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή είχε εμφανιστεί στην οθόνη του κινητού μου. Μάλλον κάποιο που δεν ήθελα ν’ ακούσω. Η μητέρα μου ήταν το μόνο άτομο που μου άφηνε μηνύματα στον τηλεφωνητή, για να μου θυμίσει ότι είχα μητέρα και ότι έπρεπε να την παίρνω πιο συχνά. Γιατί δεν το έκανα; Όταν της είπα ότι είχα μείνει χωρίς δουλειά για ένα διάστημα το περασμένο φθινόπωρο, την επόμενη φορά που άκουσα τη φωνή της με ενημέρωνε σε ηχητικό μήνυμα ότι βρισκόταν στο Αεροδρόμιο του Στάνστεντ και με περίμενε. Τη βρήκα να κάθεται στις Αφίξεις. Είχε να φάει από την προηγούμενη μέρα. Παραγγείλαμε κάτι απαίσια σάντουιτς σε ένα απαίσιο καφέ στο αεροδρόμιο, κι όταν πήγα να αγοράσω εισιτήρια για το τρένο, συνειδητοποίησα ότι είχε ξεχάσει τις αποσκευές της εκεί. Είπε ότι δεν έφταιγε εκείνη, νόμιζε πως τις είχα πάρει εγώ. Είτε τις κατάσχεσαν είτε τις έκλεψαν, ποτέ δεν μάθαμε τι απέγιναν. Μα καλά, δεν είχε ακούσει για την 11η Σεπτεμβρίου; της πέταξα εξοργισμένη. Ανασήκωσε τους ώμους. Γιατί έκανα έτσι; Επί τρεις μέρες δεν την άφηνα να με ακουμπήσει και αποτραβιόμουν κάθε φορά που ερχόταν κοντά μου. «Δεν με θες εδώ» μου είπε. Δεν μπορούσα να πω «ναι» και δεν μπορούσα να πω «όχι». ***
ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ 17 Ένιωσα ένα ρεύμα στην πλάτη μου καθώς η πόρτα στο βάθος του διαδρόμου έκλεισε με θόρυβο και σκληρές σόλες στερεωμένες με μικροσκοπικά καρφιά ακούστηκαν να βροντάνε πάνω στο πλαστικό πάτωμα, έπειτα ένα πιο βαρύ περπάτημα και κλειδιά που κουδούνιζαν χτυπώντας πάνω σε λαγόνια. «Και, τέλος πάντων, ποιος πατέρας δεν το έκανε;» Μες στο δωμάτιο πια. «Όπως πάντα, το κάνει από αντίδραση». Η Μάργκαρετ. Περίμενε τον Λόιντ, τον επιστάτη του θεάτρου, να πάρει μια ανάσα. Εκείνος, με μια εργαλειοθήκη στο ένα χέρι, άρχισε να χτυπάει το επάνω μέρος ενός παμπάλαιου πλυντηρίου με το άλλο. «Ανθεκτική σακαράκα αυτή που βλέπεις. Έχει κρατήσει περισσότερο από τον γάμο μου, να ξέρεις». Πήρε μια βαθιά ανάσα μέσα από τα δόντια του. «Μπορεί να είναι τα ρουλεμάν ή ο ιμάντας ή ίσως ο αναδευτήρας. Με τα χρόνια, μάλλον έχουμε αντικαταστήσει κάθε ανταλλακτικό της κι όμως δουλεύει ακόμη μια χαρά». Εκνευρισμένη, κλότσησα πέρα το βαρίδι που κρατούσε ανοιχτή την πόρτα της εξόδου κινδύνου με την ελπίδα ότι θα κοπανήσει αντί να κλείσει ήσυχα κι αθόρυβα. Είχα πάρει μια πόζα που έφερνε στο μυαλό τσαγιέρα, με το ένα χέρι στον γοφό, περιμένοντας έναν κρότο που δεν ήρθε ποτέ. Η Μάργκαρετ παρακολουθούσε την παντομίμα μου. Άφησα την κούπα μου και μίλησα υπερβολικά δυνατά. «Μόνο που δεν είναι έτσι. Μασούλησε ένα πουκάμισο σήμερα το πρωί, έκανε το μανίκι κουρέλια».
ELAINE GARVEY 18 Δύο μέρες στη σειρά. Τις κάλτσες του Άστροφ χτες. Και το πουκάμισο του Βάνια σήμερα. Πήγα μέχρι τον πάγκο εργασίας και σήκωσα ψηλά τα τεκμήρια που θα μ’ έστελναν να σκαλίσω στα εφεδρικά ρούχα για να βρω ένα πουκάμισο του ίδιου μεγέθους και στιλ, και μετά να το κάνω να μοιάζει φορεμένο, σαν να ανήκε σε κάποιον. Ένας χαρακτήρας που βυθιζόταν στην απελπισία χρειαζόταν φθαρμένα μανικέτια και γιακάδες. Το δεύτερο πλυντήριο με τα εσώρουχα και τις πετσέτες είχε τελειώσει, όμως δεν το είχα αδειάσει ακόμη. Ούτε είχα ξεχωρίσει τα ευαίσθητα: μυτερά σουτιέν, σουτιέν με ύφασμα ως τη μέση, μεσοφόρια και ψηλές κάλτσες. Οι ζαρτιέρες και οι κορσέδες έπρεπε να καθαριστούν τοπικά. Τα σεντόνια είχαν λεκέδες από κατακόκκινο κραγιόν και λιγδερή πομάδα. Ένα δαντελένιο γάντι έλειπε. Και το σίδερο δεν είχε τελειώσει. Σήμερα το βράδυ θα περνούσαν μπροστά απ’ τα μάτια μου ατέλειωτες μεταλλικές κόπιτσες και φιλντισένια κουμπιά. Και ο Λόιντ γονάτιζε αργά, επιθεωρούσε τον κάδο αργά, χαμογελούσε στο τέρας και δεν έκανε τίποτα για να το φτιάξει. «Γεια σου, Ιρλανδέζα. Κάνα φλιτζάνι και για μένα; Κάν’ το δυνατό». «Λόιντ, μπορείς να κάνεις τα μαγικά σου στο πλυντήριο χωρίς ν’ αποσυντονίζεις τους πάντες γύρω σου; Ξέρεις ότι σ’ αγαπώ, καλέ μου, αλλά η Μαρέιντ είναι δική μου βοηθός, όχι δική σου». Ο τόνος της Μάργκαρετ ήταν μετρημένος, σχεδόν ήσυχος, καθώς σάρωνε με το βλέμμα της το δωμάτιο για να βρει τι δεν είχα τελειώσει ακόμη. Πήρε
ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ 19 στα χέρια της τη σκισμένη ζακέτα και πέρασε τον δείκτη και τον αντίχειρά της πάνω από τις κατεστραμμένες άκρες, σαν να υπολόγιζε πόσες ακριβώς βελονιές θα χρειάζονταν για να επιδιορθωθεί, και παρατήρησε το παντελόνι που είχα αφήσει ένα κουβάρι στη ραπτομηχανή. Πάρα πολύ αργή, έλεγε το πρόσωπό της. Τόσο διαφορετική από τα άλλα, τέλεια κορίτσια της. Από κάποια Βέριτι, καιρό πριν. Ή κάποια Κλεμάνς. Που δούλευαν σαν αστραπή, τόσο αξιαγάπητες. «Ξεκίνησες τα γάντια της δεσποινίδας Πάρκερ;» Τα ταξιδιωτικά γάντια της Ελένας. Που τα στρίβει και τα τεντώνει επανειλημμένα με αγωνία στη σκηνή του αποχαιρετισμού, προτού την αρπάξει και τη φιλήσει ο Βάνιας. Πράγμα που μ’ έκανε να τα λυπάμαι. Η Μάργκαρετ είχε αποφασίσει πως ήταν πιο φτηνό να σταματήσουμε ν’ αγοράζουμε καινούργια, εφόσον μπορούσα να κόψω και να φτιάξω απομιμήσεις των αρχικών. Αυτοσχεδιάζω και στην άκρη βάζω. Δεν πληρωνόμουν αρκετά για να κόβω γάντια. Ή για να τα κάνω θάλασσα όσο τα κόβω. Δεν θα μπορούσε η δεσποινίς Πάρκερ να κόβει απλώς τα νύχια της; «Όχι ακόμη. Η βελόνα της μηχανής έσπασε πάνω σε ένα ζόρικο φερμουάρ». Κοίταξα τα χέρια μου και μετά τον ανοξείδωτο νεροχύτη στη γωνία. «Εννοείς το παντελόνι που άφησες εκεί μες στην τσαλάκα; Ξέρεις τι; Μήπως να δουλέψω κι εγώ εδώ; Πάω να πάρω τη χαρτούρα και θα είμαι πίσω στο άψε σβήσε». Βγήκε από το δωμάτιο με τα τακούνια της να χτυπάνε. Αυτά συμβαίνουν όταν λουφάρεις και σε πιάνουν να ονει-
ELAINE GARVEY 20 ροπολείς στην έξοδο κινδύνου. Τουλάχιστον δεν με κατσάδιασε. Τα ξεσπάσματά της ήταν τρομακτικά. Κι όποιον έπιανε να καπνίζει ενώ φορούσε ή απλώς ήταν κοντά σε κάποιο κουστούμι, του τα έψαλλε κανονικά. «Κέφια σήμερα, ε;» Ο Λόιντ κοίταζε την ανοιχτή πόρτα και τον διάδρομο πιο πέρα. Δεν ήταν άδειος. Τα νευρικά βήματα της Μάργκαρετ είχαν προκαλέσει αναστάτωση. «Ξέρεις γιατί είναι τόσο κουρντισμένη, έτσι δεν είναι;» Γύρισε προς το μέρος μου κι έκανε πως έπινε δύο φορές από ένα φανταστικό ποτήρι, ύστερα γύρισε ξανά στο πλυντήριο. Ό,τι μάρκα κι αν ήταν αυτό που κάπνιζε, πραγματικά βρομοκοπούσε. Παρατηρούσα τα βρόμικα νύχια του, το κακοξυρισμένο σαγόνι του, και αναρωτιόμουν ποιος από τους δύο ήταν πραγματικά ο αλκοολικός. «Πού το ξέρεις;» Κάθισε ανακούρκουδα, κουλουριάζοντας τα δάχτυλα των ποδιών μέσα στις λαστιχένιες γαλότσες του, και μίλησε στο είδωλό μου στον ολόσωμο καθρέφτη δίπλα στην πόρτα. «Όλοι μιλάνε. Όλοι θέλουν να κουτσομπολεύουν». Κάρτες, φωτογραφίες και διαφημιστικές αφίσες ήταν καρφιτσωμένες σ’ έναν πίνακα ανακοινώσεων δίπλα στον καθρέφτη. Πράγματα που είχαμε προσθέσει στον προσωρινό χώρο εργασίας μας για να φαντάζει λιγότερο προσωρινός ως χώρος εργασίας. Μια μεγάλη φωτογραφία από τη γενική πρόβα που απεικόνιζε τον βασιλιά Λιρ ολομόναχο στον θρόνο του, με την αυτόγραφη αφιέρωση του ηθοποιού: Στους αγγέλους του βεστιαρίου, φιλιά, Χάρι Α. Ήταν το
ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ 21 αποχαιρετιστήριο δώρο στη Μάργκαρετ τη νύχτα της τελευταίας παράστασης, κι εκείνη την είχε κάνει με τη σειρά της δώρο σ’ εμένα, επειδή είχα δεχτεί τη δουλειά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Είχα στερεώσει τη φωτογραφία με μια πινέζα ανάμεσα στα μάτια του ηθοποιού. Τα μάτια του Λόιντ φωτίστηκαν όταν την είδε. «Χάρι Άντλι. Θρύλος! Δεν φαντάζεσαι τι ιστορίες έχω ακούσει γι’ αυτόν». Διέσχισα το δωμάτιο και βάλθηκα να πλένω τα χέρια μου στον νεροχύτη της κουζίνας. Με το κεφάλι κατεβασμένο, κάνοντας σαπουνάδα κάτω από το τρεχούμενο νερό, ήλπιζα πως ο Λόιντ θα καταλάβαινε ότι δεν είχα όρεξη να αναπολήσουμε τον Χάρι Άντλι. Ο Βασιλιάς Λιρ ήταν η πρώτη παραγωγή στην οποία δούλεψα με τη Μάργκαρετ· με είχε προσλάβει για να αντικαταστήσω μια αμπιγέζ που είχε παραιτηθεί. Τρεισήμισι ώρες Σαίξπηρ. Μέσα σε μία εβδομάδα είχα φτιάξει μια ζώνη εργαλείων για τον εαυτό μου. Διακριτική, εφαρμοστή, με πολλές τσέπες για ένα μολύβι, ένα μικρό σημειωματάριο με τη σειρά των παραγγελιών, έναν φακό, καρφίτσες, πενσάκια, μεζούρα, κορδόνια παπουτσιών, μέντες για την αναπνοή, τσιμπιδάκια, τσιρότα, διαφόρων μεγεθών βελόνες, μπεζ και γκρίζα κλωστή, και ένα ψαλιδάκι περασμένο σε μια κορδέλα. Ποτέ δεν πήγαινα στο καμαρίνι του χωρίς αυτό το ψαλιδάκι κρεμασμένο απ’ τον λαιμό μου. Ο Λόιντ χτύπησε μερικές φορές τη μύτη του με τη λαβή ενός κατσαβιδιού και μετά με σημάδεψε μ’ αυτό. «Το ξέρεις ότι στα παρασκήνια έβαζε κάποιους να τον ψεκά-
ELAINE GARVEY 22 σουν στο πρόσωπο με νερό προτού κουβαλήσει στη σκηνή τη νεκρή κόρη του στο τέλος της παράστασης;» Το ήξερα. Ήμουν μία απ’ αυτούς τους «κάποιους». Ήταν νερό με γλυκερίνη. «…και το κοινό έμενε με το στόμα ανοιχτό και σχολίαζε “Κοίτα πώς ιδρώνει! Φαντάσου πόσο εξαντλητικό είναι για κείνον!” Τον γερο-μπαγαπόντη». «Πορνόγερος». «Τι;» «Ο γερο-μπαγαπόντης ήταν ένας λάγνος μπάσταρδος. “Ένα φιλάκι, αγαπούλα. Ένα μικρό φιλάκι στα χείλη. Βάλε και λίγη γλώσσα. Έλα. Χάρισε σ’ έναν γέρο άνθρωπο την τελευταία του στύση”». Έκλεισα τη βρύση και πήγα τρεκλίζοντας προς το μέρος του Λόιντ με τα χέρια τεντωμένα μπροστά και τη γλώσσα να κρέμεται έξω. Η Μάργκαρετ στεκόταν στο κατώφλι της πόρτας. «Δεν το ήξερα» είπε. «Αλήθεια τώρα;» Εγώ είχα διαφορετική γνώμη. Μπήκε μέσα με τις ημερήσιες σημειώσεις των παραστάσεων, τις σημειώσεις από τις πρόβες, το λάπτοπ και το κομπιουτεράκι της, και κάθισε κοντά στον Λόιντ, καθαρίζοντας τους φακούς των γυαλιών της όσο μιλούσε. «Του πήραν το παιδί του. Εξώγαμο. Όταν ήταν πολύ νέος. Το έδωσαν για υιοθεσία. Δεν το ξαναείδε». Οι άνθρωποι λένε ότι ο ήλιος ανατέλλει και δύει. Δεν είναι έτσι. Εμείς γυρίζουμε γύρω του. Κρέμασα το ριγέ
ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ 23 παντελόνι στη ράγα δίπλα στην έξοδο κινδύνου, πήρα τον επιτραπέζιο μεγεθυντικό φακό από το ράφι πάνω από την επαγγελματική ραπτομηχανή και τον ακούμπησα δίπλα στη ζακέτα στον πάγκο εργασίας. Μετά άλλαξα γνώμη, τα έσπρωξα στην άκρη και έπιασα το ψαλίδι για τα υφάσματα, τον μαγνήτη για τις καρφίτσες και ένα τόπι ελαστικού μαύρου νάιλον. Θα ξεκινούσα τα γάντια. Το κατακίτρινο ξηλωτήρι γλιστρούσε πάνω στο παλιό ζευγάρι, εξασφαλίζοντάς μου ένα τέλειο πατρόν. Δεν μου ζητούσε να δημιουργήσω ένα πρωτότυπο σχέδιο· δεν είχα παρά να ξεπατικώσω τα επιμέρους τμήματα πάνω σε καινούργιο υλικό. Τότε γιατί ίδρωνα; «Μη βάζεις καρφίτσες στο στόμα σου» είπε η Μάργκαρετ. «Και πάρε τη ροδέλα κοπής». Κανένα χαμόγελο. Καμία ενθαρρυντική κουβέντα. Απλώς μην καταπιείς καμιά βελόνα και χρειαστείς ακτινογραφία θώρακος, ίσως και χειρουργική επέμβαση. Είχε συμβεί μία φορά, σε κάποια αμπιγέζ υπό την ευθύνη της, κι έτσι η Μάργκαρετ θα απαγόρευε εμμονικά την τοποθέτηση καρφιτσών στο στόμα για όλη της τη ζωή. «Δεν είναι καλύτερα να χρησιμοποιήσω το ψαλίδι για να φτιάξω τα δάχτυλα και τον αντίχειρα;» ρώτησα. «Ναι. Αν δεν είχαμε τίποτα άλλο να κάνουμε σήμερα». Με ένα βλέμμα όλο νόημα, κατεύθυνε την προσοχή μου στην επιφάνεια κοπής που κείτονταν στο πάτωμα δίπλα στην κούκλα ραπτικής. Τη μάζεψα και πήρα τον μικρότερο κόφτη. Δεν είχα καμία λογική εξήγηση για τον φόβο μου να χρησιμοποιήσω τη ροδέλα κοπής. Είχα
ELAINE GARVEY 24 πάρει πιστοποίηση στο σχέδιο μόδας. Σίγουρα δεν ήμουν η καλύτερη της τάξης, είχα όμως το δίπλωμα. Οι υπόλοιποι στο σεμινάριο ήταν κάποτε εργάτες εργοστασίου που τους είχαν απολύσει και απλώς σιδέρωναν στην πρέσα τα έτοιμα ρούχα, την ώρα που εγώ παιδευόμουν με έναν γιακά ή έβριζα τα σημάδια συναρμογής που δεν συνέπιπταν. Είχα περάσει πολλές ώρες ατενίζοντας έξω από κείνο το παράθυρο του πρώτου ορόφου ενώ περίμενα την καθηγήτρια να έρθει να με σώσει. Δεν έχασε ποτέ την πίστη της σ’ εμένα, όσες φορές κι αν χρειάστηκε να ξηλώσω κάτι και να το πιάσω από την αρχή. Αναρωτιόμουν αν θα της άρεσε να ξέρει ότι τη σκεφτόμουν κάθε φορά που άκουγα την ατάκα της Ελένας στη Σόνια: «Πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, αλλιώς δεν μπορείς να ζήσεις». Το νάιλον είναι φτηνό, είπα στον εαυτό μου. Πίεσε δυνατά και μην το αφήσεις να κουνηθεί. Ο Λόιντ είχε αφαιρέσει το καπάκι, το ταμπλό και την πρόσοψη του πλυντηρίου, αφήνοντας τα σωθικά του εκτεθειμένα. Πήρε μια κούπα από το στραγγιστήρι και έριξε μέσα τις βίδες που κρατούσε στη χούφτα του. «Επιστρέφω στο πι και φι. Πρέπει να πάω προς νερού μου» είπε. Είχα παρατηρήσει ότι απέφευγαν τη λέξη «τουαλέτα». «Μάλλον για τσιγάρο πάει». Η Μάργκαρετ του έσκασε ένα χαμόγελο καθώς εκείνος απομακρυνόταν. Το χαμόγελο έσβησε καθώς κρεμούσε το κεφάλι της και στήριζε το μέτωπο στον αντίχειρα και στον δείκτη, κοιτάζοντας έναν
ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ 25 αποκαρδιωτικό προϋπολογισμό. «Σου είπε ότι είμαι μπεκροκανάτα, έτσι δεν είναι;» «Όχι». «Όχι;» «Δεν…» Η ροδέλα γλίστρησε πέρα από την άκρη του πατρόν. Την απομάκρυνα από το ύφασμα, προσάρμοσα τον δείκτη μου στην κεφαλή και ξαναπροσπάθησα. Ήμουν είκοσι εφτά. Έπρεπε να πάψω να φοβάμαι όλη την ώρα. «Δεν μου το είπε, το υπαινίχθηκε». Προς μεγάλη μου έκπληξη, έγινα αμέσως κατακόκκινη. «Ο παλιοκουτσομπόλης. Δεν μπορεί να συγκρατηθεί». Πώς και δεν ήταν θυμωμένη; Δεν ήταν θυμωμένη, κι εγώ δεν είχα μαρτυρήσει τον Λόιντ κι ένιωθα σοκαρισμένη, ανακουφισμένη και μπερδεμένη. Πήγα να κάνω μια ερώτηση, αλλά το ξανασκέφτηκα. Έπρεπε όμως να μάθω. «Είσαι;» είπα χαμηλόφωνα, δίχως να τολμάω να σηκώσω το κεφάλι μου να την κοιτάξω. «Μήπως το ότι ήπια τη νύχτα της πρεμιέρας σημαίνει ότι είμαι;» «Όχι. Εννοείται πως όχι. Συγγνώμη». Ήταν μια αδιάκριτη ερώτηση. Κάρφωσα τα μάτια μου στον πάγκο για ν’ αποφύγω το βλέμμα της. «Ε λοιπόν είμαι, γλυκιά μου. Όμως είμαι νηφάλια τώρα, όπως βλέπεις». Συνέχισε την πάλη της με τους αριθμούς, κάνοντας ό,τι μπορούσε για να βγουν τα νούμερα. Δεν είχα συναντήσει ποτέ καμία σαν αυτή. Ξανάπιασα τη δουλειά μου και ανασήκωσα το πρώτο τμήμα του πατρόν.
Η εικοσιεφτάχρονη Μαρέιντ δουλεύει ασταμάτητα στο βεστιάριο ενός παλιού θεάτρου στο Λονδίνο. Όλη της η ύπαρξη περιστρέφεται γύρω από κλωστές και βελόνες, τρέχει για να επιδιορθώσει παπούτσια και χαλασμένα φερμουάρ και να πλύνει στο χέρι εσώρουχα. Κάνει επίσης ό,τι μπορεί για να αποφύγει τα χέρια που τη χουφτώνουν στα παρασκήνια και τον νάρκισσο παραγωγό της παράστασης. Ωστόσο, παρά τις ικανότητές της και την εμπειρία της, η Μαρέιντ παραμένει συναισθηματικά στο ανεμοδαρμένο, περιτριγυρισμένο από φράχτες σπίτι της στην Ιρλανδία και στη ζωή που άφησε πίσω της. Στο Λονδίνο του 2002 έχει τη δυνατότητα να γίνει ένας εντελώς άλλος άνθρωπος. Γιατί λοιπόν αισθάνεται τόση ασφυξία; Μεταξύ των πολυσύχναστων δρόμων του Σόχο και των λόφων του Ντόνεγκαλ, η Μαρέιντ νιώθει παγιδευμένη: τρέχει μακριά από το κορίτσι που ήταν, αδυνατεί όμως να αποκαλύψει τη γυναίκα που ήλπιζε να γίνει. Γραμμένο με σπάνια ειλικρίνεια, μεταξύ ζεστασιάς και σάτιρας, το Βεστιάριο είναι μια ιστορία για την αποδοχή του παρελθόντος, το θάρρος να αλλάξεις το παρόν και τις αμφιβολίες για το μέλλον που έρχεται. «Η Elaine Garvey είναι ένα τεράστιο νέο ταλέντο της ιρλανδικής λογοτεχνίας – είμαι σίγουρος ότι θα καταλάβετε από την πρώτη σελίδα ότι αξίζει». Kevin Barry ISBN:978-618-03-4799-9 ΒΟΗΘ. ΚΩΔ.ΜΗΧ/ΣΗΣ 84799
www.metaixmio.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=