ELAINE GARVEY 16 ριζε μοιράζοντας σελίδες Α4 μαζί με διαφόρων ειδών φακέλους. Ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή είχε εμφανιστεί στην οθόνη του κινητού μου. Μάλλον κάποιο που δεν ήθελα ν’ ακούσω. Η μητέρα μου ήταν το μόνο άτομο που μου άφηνε μηνύματα στον τηλεφωνητή, για να μου θυμίσει ότι είχα μητέρα και ότι έπρεπε να την παίρνω πιο συχνά. Γιατί δεν το έκανα; Όταν της είπα ότι είχα μείνει χωρίς δουλειά για ένα διάστημα το περασμένο φθινόπωρο, την επόμενη φορά που άκουσα τη φωνή της με ενημέρωνε σε ηχητικό μήνυμα ότι βρισκόταν στο Αεροδρόμιο του Στάνστεντ και με περίμενε. Τη βρήκα να κάθεται στις Αφίξεις. Είχε να φάει από την προηγούμενη μέρα. Παραγγείλαμε κάτι απαίσια σάντουιτς σε ένα απαίσιο καφέ στο αεροδρόμιο, κι όταν πήγα να αγοράσω εισιτήρια για το τρένο, συνειδητοποίησα ότι είχε ξεχάσει τις αποσκευές της εκεί. Είπε ότι δεν έφταιγε εκείνη, νόμιζε πως τις είχα πάρει εγώ. Είτε τις κατάσχεσαν είτε τις έκλεψαν, ποτέ δεν μάθαμε τι απέγιναν. Μα καλά, δεν είχε ακούσει για την 11η Σεπτεμβρίου; της πέταξα εξοργισμένη. Ανασήκωσε τους ώμους. Γιατί έκανα έτσι; Επί τρεις μέρες δεν την άφηνα να με ακουμπήσει και αποτραβιόμουν κάθε φορά που ερχόταν κοντά μου. «Δεν με θες εδώ» μου είπε. Δεν μπορούσα να πω «ναι» και δεν μπορούσα να πω «όχι». ***
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=