ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ 17 Ένιωσα ένα ρεύμα στην πλάτη μου καθώς η πόρτα στο βάθος του διαδρόμου έκλεισε με θόρυβο και σκληρές σόλες στερεωμένες με μικροσκοπικά καρφιά ακούστηκαν να βροντάνε πάνω στο πλαστικό πάτωμα, έπειτα ένα πιο βαρύ περπάτημα και κλειδιά που κουδούνιζαν χτυπώντας πάνω σε λαγόνια. «Και, τέλος πάντων, ποιος πατέρας δεν το έκανε;» Μες στο δωμάτιο πια. «Όπως πάντα, το κάνει από αντίδραση». Η Μάργκαρετ. Περίμενε τον Λόιντ, τον επιστάτη του θεάτρου, να πάρει μια ανάσα. Εκείνος, με μια εργαλειοθήκη στο ένα χέρι, άρχισε να χτυπάει το επάνω μέρος ενός παμπάλαιου πλυντηρίου με το άλλο. «Ανθεκτική σακαράκα αυτή που βλέπεις. Έχει κρατήσει περισσότερο από τον γάμο μου, να ξέρεις». Πήρε μια βαθιά ανάσα μέσα από τα δόντια του. «Μπορεί να είναι τα ρουλεμάν ή ο ιμάντας ή ίσως ο αναδευτήρας. Με τα χρόνια, μάλλον έχουμε αντικαταστήσει κάθε ανταλλακτικό της κι όμως δουλεύει ακόμη μια χαρά». Εκνευρισμένη, κλότσησα πέρα το βαρίδι που κρατούσε ανοιχτή την πόρτα της εξόδου κινδύνου με την ελπίδα ότι θα κοπανήσει αντί να κλείσει ήσυχα κι αθόρυβα. Είχα πάρει μια πόζα που έφερνε στο μυαλό τσαγιέρα, με το ένα χέρι στον γοφό, περιμένοντας έναν κρότο που δεν ήρθε ποτέ. Η Μάργκαρετ παρακολουθούσε την παντομίμα μου. Άφησα την κούπα μου και μίλησα υπερβολικά δυνατά. «Μόνο που δεν είναι έτσι. Μασούλησε ένα πουκάμισο σήμερα το πρωί, έκανε το μανίκι κουρέλια».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=