ELAINE GARVEY 18 Δύο μέρες στη σειρά. Τις κάλτσες του Άστροφ χτες. Και το πουκάμισο του Βάνια σήμερα. Πήγα μέχρι τον πάγκο εργασίας και σήκωσα ψηλά τα τεκμήρια που θα μ’ έστελναν να σκαλίσω στα εφεδρικά ρούχα για να βρω ένα πουκάμισο του ίδιου μεγέθους και στιλ, και μετά να το κάνω να μοιάζει φορεμένο, σαν να ανήκε σε κάποιον. Ένας χαρακτήρας που βυθιζόταν στην απελπισία χρειαζόταν φθαρμένα μανικέτια και γιακάδες. Το δεύτερο πλυντήριο με τα εσώρουχα και τις πετσέτες είχε τελειώσει, όμως δεν το είχα αδειάσει ακόμη. Ούτε είχα ξεχωρίσει τα ευαίσθητα: μυτερά σουτιέν, σουτιέν με ύφασμα ως τη μέση, μεσοφόρια και ψηλές κάλτσες. Οι ζαρτιέρες και οι κορσέδες έπρεπε να καθαριστούν τοπικά. Τα σεντόνια είχαν λεκέδες από κατακόκκινο κραγιόν και λιγδερή πομάδα. Ένα δαντελένιο γάντι έλειπε. Και το σίδερο δεν είχε τελειώσει. Σήμερα το βράδυ θα περνούσαν μπροστά απ’ τα μάτια μου ατέλειωτες μεταλλικές κόπιτσες και φιλντισένια κουμπιά. Και ο Λόιντ γονάτιζε αργά, επιθεωρούσε τον κάδο αργά, χαμογελούσε στο τέρας και δεν έκανε τίποτα για να το φτιάξει. «Γεια σου, Ιρλανδέζα. Κάνα φλιτζάνι και για μένα; Κάν’ το δυνατό». «Λόιντ, μπορείς να κάνεις τα μαγικά σου στο πλυντήριο χωρίς ν’ αποσυντονίζεις τους πάντες γύρω σου; Ξέρεις ότι σ’ αγαπώ, καλέ μου, αλλά η Μαρέιντ είναι δική μου βοηθός, όχι δική σου». Ο τόνος της Μάργκαρετ ήταν μετρημένος, σχεδόν ήσυχος, καθώς σάρωνε με το βλέμμα της το δωμάτιο για να βρει τι δεν είχα τελειώσει ακόμη. Πήρε
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=