ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ 19 στα χέρια της τη σκισμένη ζακέτα και πέρασε τον δείκτη και τον αντίχειρά της πάνω από τις κατεστραμμένες άκρες, σαν να υπολόγιζε πόσες ακριβώς βελονιές θα χρειάζονταν για να επιδιορθωθεί, και παρατήρησε το παντελόνι που είχα αφήσει ένα κουβάρι στη ραπτομηχανή. Πάρα πολύ αργή, έλεγε το πρόσωπό της. Τόσο διαφορετική από τα άλλα, τέλεια κορίτσια της. Από κάποια Βέριτι, καιρό πριν. Ή κάποια Κλεμάνς. Που δούλευαν σαν αστραπή, τόσο αξιαγάπητες. «Ξεκίνησες τα γάντια της δεσποινίδας Πάρκερ;» Τα ταξιδιωτικά γάντια της Ελένας. Που τα στρίβει και τα τεντώνει επανειλημμένα με αγωνία στη σκηνή του αποχαιρετισμού, προτού την αρπάξει και τη φιλήσει ο Βάνιας. Πράγμα που μ’ έκανε να τα λυπάμαι. Η Μάργκαρετ είχε αποφασίσει πως ήταν πιο φτηνό να σταματήσουμε ν’ αγοράζουμε καινούργια, εφόσον μπορούσα να κόψω και να φτιάξω απομιμήσεις των αρχικών. Αυτοσχεδιάζω και στην άκρη βάζω. Δεν πληρωνόμουν αρκετά για να κόβω γάντια. Ή για να τα κάνω θάλασσα όσο τα κόβω. Δεν θα μπορούσε η δεσποινίς Πάρκερ να κόβει απλώς τα νύχια της; «Όχι ακόμη. Η βελόνα της μηχανής έσπασε πάνω σε ένα ζόρικο φερμουάρ». Κοίταξα τα χέρια μου και μετά τον ανοξείδωτο νεροχύτη στη γωνία. «Εννοείς το παντελόνι που άφησες εκεί μες στην τσαλάκα; Ξέρεις τι; Μήπως να δουλέψω κι εγώ εδώ; Πάω να πάρω τη χαρτούρα και θα είμαι πίσω στο άψε σβήσε». Βγήκε από το δωμάτιο με τα τακούνια της να χτυπάνε. Αυτά συμβαίνουν όταν λουφάρεις και σε πιάνουν να ονει-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=