ELAINE GARVEY 12 και τα πηγαίναμε περίφημα, πολύ καλύτερα απ’ ό,τι με τους Δουβλινέζους. Δεν τους προσκάλεσα να γνωρίσουν τον κύριο και την κυρία Χανίφ. Εδώ που τα λέμε, είχα καλέσει και κανέναν στο Κίνγκσμπερι; Ούτε έναν. Τα πράγματα στην Μπρούερ Στριτ ήταν σε καλύτερη κατάσταση, με τα αργοκίνητα ταξί και τα σταθμευμένα βανάκια των διανομέων. Μια μητέρα και ένα μικρό παιδί με τη στολή του σχολείου έρχονταν προς το μέρος μου στο στενό πεζοδρόμιο. Ίδια μάτια, ίδιο χρώμα μαλλιών. Πιασμένοι απ’ το χέρι. Όταν άρχισα εγώ το σχολείο, η μητέρα μου έπρεπε να με ξεγελάσει με την υπόσχεση γλυκών ή μιας βόλτας στο χωράφι με το άλογο. Αν της ξέφευγε πού πραγματικά πηγαίναμε, ξαφνικοί πόνοι στο στομάχι με έκαναν να διπλωθώ στα δύο. Κοκάλωνα μόλις έβλεπα τα μαύρα κάγκελα και την ανοιχτή εξώπορτα. Παραμέρισα και τους άφησα να περάσουν μαζί. Μια καρακάξα είχε κουρνιάσει σ’ ένα διαφημιστικό σταντ λίγο πιο πέρα. Μ’ έκοβε από πάνω μέχρι κάτω, γενναία σαν λεοπάρδαλη. Ήθελα να της δώσω να φάει τη μοναξιά μου. Ν’ αφήσω το πεινασμένο πουλί να την καταβροχθίσει. Δεν σταμάτησα ξανά μέχρι που έφτασα απέναντι από το Θέατρο Σεντ Λέναρντ, όπου και περίμενα να κόψει η κίνηση για να περάσω. Το φως της μέρας δεν κολάκευε το μέρος. Χωρίς το σκοτάδι για φόντο, η λάμψη της πινακίδας νέον χανόταν, όπως χάνονταν και τα φώτα που αναβοσβήνουν διαδοχικά στη μαρκίζα, σαν να κυνηγιούνται, και όλα όσα συνήθως αποσπούν την προσοχή από τις μαυρισμένες τσίχλες και τις γόπες στα γρανιτένια σκαλοπάτια.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=