Το βεστιάριο

ΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ 13 Ο θείος Βάνιας και τα τριαντάφυλλά του έδειχναν αναιμικά στις αφίσες. Πίσω από τις γυάλινες πόρτες, οι ξεθωριασμένοι και λιγδιασμένοι τοίχοι ικέτευαν για το απαλό φως των πολυέλαιων. Τα εφτακόσια ενενήντα τέσσερα ζευγάρια παπούτσια που διέσχιζαν το κόκκινο χαλί το έκαναν να φαντάζει κομψό το βράδυ, αλλά ξεφτισμένο το πρωί. Τις καθαρές γραμμές που είχε αφήσει η σκούπα της Άνιας, κρύβοντας τους λεκέδες στο φουαγέ, τις ποδοπατούσε το προσωπικό του θεάτρου. Κάπου τώρα θα τελείωνε με τους νιπτήρες και τα ντους, ενώ εγώ χαιρετούσα τον κύριο Χέντερσον στην πλαϊνή είσοδο των ηθοποιών, υπέγραφα για να παραλάβω τα κλειδιά για τα καμαρίνια και χτυπούσα κάρτα για να ξεκινήσει το πρώτο μισό μιας σπαστής βάρδιας. Εγκλωβισμένη σε τέσσερις τοίχους για τις επόμενες τέσσερις ώρες. Αφού προσπέρασα την αποθήκη των σκηνικών, την κοινόχρηστη κουζίνα, το εντευκτήριο των ηθοποιών με τα παράταιρα έπιπλα από παλιότερες παραγωγές, άλλα ξεχαρβαλωμένα και άλλα υπό διάλυση ύστερα από μήνες κακομεταχείρισης, ανέβηκα την πίσω σκάλα προς το βεστιάριο, όπου η θερμοκρασία ανταγωνιζόταν αυτήν ενός τροπικού θερμοκηπίου. Ο φεγγίτης ήταν σφραγισμένος για να μην μπουν τα περιστέρια μέσα και μας γεμίσουν κουτσουλιές. Πριν περάσει μία ώρα, είχα σπάσει μια βελόνα ραπτομηχανής στα δόντια ενός φερμουάρ, είχα λεκιάσει τον πισινό ενός παντελονιού με λιπαντικό και είχα ανακαλύψει ότι ένα από τα υπόλευκα πουκάμισα του Βάνια είχε γίνει λουρίδες στο χτεσινοβραδινό πλύσιμο. Παράτα τα όλα.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=