Θα πέσει η νύχτα

μυθιστόρημα ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΣ ΤΖΑΜΊΩΤΗΣ

ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ Η συνάντηση, νουβέλα, Ίνδικτος, 2002 Βαθύ πηγάδι, μυθιστόρημα, Ίνδικτος, 2003 Ο βαθμός δυσκολίας, μυθιστόρημα, Ίνδικτος, 2004 Παραβολή, νουβέλα, Καστανιώτης, 2006 Η εφεύρεση της σκιάς, μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 2008 Η πόλη και η σιωπή, μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 2013 Τερματικός σταθμός, θεατρικό έργο, Εξάρχεια, 2016 To πέρασμα, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2015 Μια εξαιρετικά απλή δουλειά, θεατρικό έργο, Εξάρχεια, 2017 Ίσως την επόμενη φορά, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2017 Σε ποιον ανήκει η Κόλαση, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο 2019 Η πολιτεία των παπουτσιών και ο ξυπόλυτος Ιππόλυτος, παιδικό, Μεταίχμιο, 2019

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ Mυθιστόρημα

© 2025, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ISBN 978-618-03-4299-4 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84299 Κ.Ε.Π. 6383, Κ.Π. 21527 Ελληνική πεζογραφία Υπεύθυνη σειράς Ελένη Μπούρα Πρώτη έκδοση Απρίλιος 2025 Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόμου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου. Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr [email protected] Κεντρική διάθεση: Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433, Βιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581

Στη μνήμη του πατέρα μου, Δημητράκη.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόσταση απ’ τον ξένο χρόνο.

ένα

13 1 Ποδηλατούσε πάνω από ώρα, όταν έφτασαν επιτέλους στο πλάτωμα με τη δημοτική ποτίστρα των ζώων. Μετά από τόσα χιλιόμετρα ανηφορικής διαδρομής, και οι τρεις τους έπρεπε να πάρουν ανάσες και να δροσιστούν. Η βραδιά ήταν δύσκολη. Μπορεί να κόντευαν μεσάνυχτα, η ζέστη παρέμενε όμως βασανιστική κι ας είχε κόψει από το απόγευμα ο νοτιάς που τα πύρωνε όλα εδώ και βδομάδες. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή το ίδιο γινόταν. Μια καυτερή ανάσα τύλιγε τον μεγάλο κάμπο απ’ άκρη σ’ άκρη, σιγοβράζοντας νύχτα μέρα τους πάντες και τα πάντα – ανθρώπους, ζώα, φυτά, ως και το χώμα ρυτίδωνε και σχιζόταν παίρνοντας τόπους τόπους την ανηλεή όψη πραγματικής ερήμου. Ναι, έπρεπε να σταματήσουν οπωσδήποτε, δεν ήταν μόνο για τα σκυλιά, το χρειαζόταν κι αυτός. Η μπλούζα του κολλούσε πάνω του απ’ τον ιδρώτα, οι γάμπες και τα μπούτια έβγαζαν φλόγες και, το χειρότερο, η κοιλιά του πονούσε από τις ομελέτες και τις πορτοκαλάδες που είχε περιδρομιάσει πριν στο καφενείο. Έκανε στην άκρη χρησιμοποιώντας για φρένα τα πόδια, σηκώνοντας έναν μικρό κουρνιαχτό, κατέβηκε από το ποδήλατο, έκλεισε το τρανζιστοράκι που κρατούσε στερεωμένο στη βάση του τιμονιού με κάτι κορδόνια από ένα ζευγάρι παλιοπάπουτσα και αφουγκράστηκε προσεκτικά μην ακούγονταν τίποτα κοντινά γαβγίσματα. Στην περιοχή υπήρχαν πολλά μαντριά. Αν δεν ήξερες μπορούσες να την πατήσεις με τα θηρία που τα φύλαγαν. Δεν φοβόταν για τον ίδιο. Αυτόν τα σκυλιά δεν τον πείραζαν, όλοι στο χωριό το παραδέχονταν πως είχε τον τρόπο του ακόμα και

14 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ με τα πιο άγρια απ’ αυτά. Από μια σταλιά παιδί. Δεν του χρειάζονταν ούτε πέτρες ούτε ματσούκια, ούτε χειρονομίες ούτε αγριοφωνάρες ούτε τίποτα. Έφτανε να απλώσει το χέρι και να τους ψιθυρίσει μερικά γλυκόλογα και γινόντουσαν φίλοι. Συνήθως. Με τα πιο ζόρικα που δεν έπαιρναν με το καλό και συνέχιζαν να φέρονται επιθετικά, στεκόταν ακίνητος με τα χέρια στην πλάτη και έβγαζε έναν αργόσυρτο προειδοποιητικό λαρυγγισμό που ερχόταν κατευθείαν από το στομάχι του, έναν ήχο γεμάτο σιγουριά, γεννημένο ποιος ξέρει πόσο βαθιά μέσα του, και τα πράγματα ηρεμούσαν στη στιγμή. Μερικές φορές ως κι αυτός ο ίδιος απορούσε πώς γινόταν να ακούγεται τόσο άγριος. Κανείς δεν του το είχε μάθει. Ήταν σαν να το ήξερε από πάντα. Γι’ αυτό δεν φοβόταν. Αλλά τώρα δεν ήταν μόνος του. Μπορεί η Μάρα και η Ντόνα να μην ήξεραν από φόβο μα δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα απέναντι σε δέκα ή και παραπάνω θηρία μεγαλωμένα να υπερασπίζονται τον χώρο τους. Γι’ αυτό έπρεπε να προσέχει διπλά. Έστησε ξανά αυτί. Πέρα από τα τζιτζίκια και κάτι χρατς χρουτς μέσα στα ξερόχορτα, το μόνο που ακουγόταν ήταν οι μηχανές άντλησης νερού στα γύρω χωράφια και η μόνιμα ανοιχτή βρύση της ποτίστρας. Σιγουρεύοντας πως δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας και η παρουσία τους δεν είχε γίνει αντιληπτή, σφύριξε μαλακά στα σκυλιά του, που ξέπνοα στέκονταν με τις γλώσσες κρεμασμένες μερικά μέτρα μακριά του. Τα σκυλιά έχωσαν τις μουσούδες τους στη ρηχή στέρνα και άρχισαν να πίνουν λαίμαργα. Τα άφησε να χορτάσουν πριν βυθίσει κι αυτός το κεφάλι στο δροσερό νερό και μετά ήπιε αχόρταγα ώσπου το στομάχι του δεν έπαιρνε άλλο. Ανακουφισμένος, κάθισε στο χώμα με την πλάτη στο τσιμεντένιο τοίχωμα της ποτίστρας και βάλθηκε να ψηλαφίζει με τα δάχτυλα τα σχισίματα στο στόμα και τα χείλια του. Τίποτα το σοβαρό ή το πρωτόγνωρο. Του φάνηκε όμως πως ένα δόντι από τα μπροστινά κουνιόταν επικίνδυνα. Καλύτερα να μην το σκάλιζε άλλο. Ποιος ξέρει, μπορεί το ούλο

ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ 15 να έσφιγγε σε μια δυο μέρες από μόνο του και το δόντι να μην έπεφτε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον χτυπούσε ο πατέρας του αλλά τόσο ξύλο και μάλιστα μπροστά σε κόσμο δεν θυμόταν να του ξανάριξε. Λες και ήταν κάνα μικρό παιδί. Και όλο αυτό γιατί; Επειδή λέει δεν θέλει ο γιος του να γίνεται ρεζίλι στο καφενείο. Ποιος; Ο Παναγιώτης ο Κιντής, που από τότε που τον θυμάται, άλλο δεν κάνει απ’ το να μεθοκοπάει και να χαρτοπαίζει όλη μέρα στα καφενεία και τις ψησταριές. Εκατόν πενήντα στρέμματα ποτιστικά πήρε προίκα, χώρια τα δικά του, συν το σπίτι, και είναι ζήτημα αν απέμεναν έστω τα μισά. Και αυτός ο ανεπρόκοπος, αυτός ο μεθύστακας, έτσι στα καλά καθούμενα μπούκαρε στο μαγαζί ενώ διασκέδαζε με τους φίλους του και άρχισε να τον βαράει. Και κάτι κουβέντες∙ βαριές κουβέντες: καθυστερημένο τον ανέβαζε, καθυστερημένο τον κατέβαζε. Τι να έκανε; Από ντροπή και μόνο μην τον δουν οι άλλοι να σηκώνει χέρι στον πατέρα του, έκατσε και τις έφαγε. Μέχρι που τον άφησε να του τρίψει το μούτρο στο πιάτο με τα αυγά και το λουκάνικο. Που αν ήθελε τον έβαζε κάτω με το ένα χέρι. Και μαζί και κάμποσους ακόμα απ’ όσους πρόλαβε να δει ότι χασκογελούσαν με το συμβάν. Πώς συγκρατήθηκε και δεν σηκώθηκε να τους πάρει όλους παραμάζωμα, ένας Θεός ξέρει. Μπορεί πολλά πράγματα να μην τα καταλάβαινε, μπορεί να μην είχε τις λέξεις για να πει αυτά που σκεφτόταν, το παραδέχεται∙ σε κάποια θέματα το μυαλό του δεν τον βοηθάει όσο άλλους, μπορεί να παράτησε το σχολείο πριν καλά καλά τελειώσει το γυμνάσιο, επειδή μπούχτισε να του φέρονται οι καθηγητές σαν να μην ήταν άνθρωπος, μπορεί να ήταν σίγουρος πως δεν θα γινόταν ποτέ τίποτα σπουδαίο, αλλά ήξερε ότι όλοι γνώριζαν πως αν ποτέ αποφάσιζε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, κανείς δεν είχε τύχη μαζί του. Δεν τα έβγαζε απ’ το κεφάλι του. Ο ίδιος ο κύριος Αχιλλέας Διαμαντόπουλος, ο πιο σημαντικός άνθρωπος που γνώριζε, το αφεντικό του, ένας άνθρωπος σπάνιος, ο πιο σπά­

16 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ νιος από τους ανθρώπους, διέδιδε γι’ αυτόν, από όταν τυχαία τον υπερασπίστηκε απέναντι σε κάτι νταήδες ξενομερίτες χειριστές μιας αλωνιστικής μηχανής (που δεν είχαν ιδέα με ποιον τα έβαζαν), πως ο Βασιλάκης ο Κιντής διέθετε δύναμη και παλικαριά τριών, τεσσάρων γεροδεμένων αντρών και καλό θα ήταν να τον παίρνουν όλοι περισσότερο στα σοβαρά. Ποτέ δεν επικαλέστηκε τα λόγια του. Ακόμα κι αν καμιά φορά οι φίλοι του ή τίποτα άλλοι εξυπνάκηδες ξέφευγαν απ’ τα όρια και φέρονταν άσχημα. Απέφευγε να σηκώσει ανάστημα. Δεν ήθελε να τον φοβούνται, να τον αγαπάνε ήθελε, όπως προσπαθούσε να τους αγαπάει κι αυτός ό,τι καζούρα κι αν του έκαναν από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Και έπειτα, δεν το έβρισκε σωστό ένας άνθρωπος να κάνει κακό σε άλλον άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή μπορούσε. Και ας έφταιγε ο άλλος. Και για τα ζώα το ίδιο πίστευε, κι ας μη χόρταινε ο ίδιος κρέας όσο κι αν του έβαζες να φάει. Η Μάρα σαν να μυρίστηκε τι φούντωμα τον έπιασε τις τελευταίες στιγμές, απόθεσε το τεράστιο κεφάλι της πάνω στο απλωμένο πόδι του παριστάνοντας όπως πάντα την ανήξερη. Παρότι τον ζέσταινε δεν την έδιωξε και πήρε να την ξύνει πίσω απ’ τα αυτιά που της άρεσε. Πόσο καλά τον ήξερε αυτή η σκύλα… Συνέχεια στον νου της τον είχε. Από τότε που τη βρήκε μαζί με την αδερφή της, σχεδόν τυφλά κουτάβια ακόμη, να πνίγονται πεταμένα στο μεγάλο κανάλι, χωμένα μέσα σε ένα πλαστικό σακί από λίπασμα, δεν ξεκολλούσε από δίπλα του. Η Ντόνα, που ήταν επίσης χαδιάρα τις περισσότερες ώρες της μέρας, τώρα, μες στην ερημιά και το πηχτό σκοτάδι, μιας και δεν υπήρχε φεγγάρι, παραήταν απασχολημένη να ελέγχει την περίμετρο για να αποζητά τρυφεράδες. Ο Βασίλης έχωσε ξανά το δάχτυλο στο στόμα και πίεσε ελαφρά το τραυματισμένο δόντι. Θα ήταν θαύμα αν δεν το έχανε. Στη σκέψη πως από αύριο μπορεί να κυκλοφορούσε σαν κάνας γέρος φαφούτης, φούντωσε και τα έβαλε πάλι με τον πατέρα

ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ 17 του. Τι διάολος τον είχε πιάσει απόψε τον κερατά; Πόσο σπίρτο είχε κατεβάσει και δεν καταλάβαινε τι έκανε και τι έλεγε; Ξανάφερε στον νου του τα γεγονότα. Δεν έκανε δα και τίποτα που να μην έχει ξανακάνει. Λες και δεν τα ήξερε τα χαΐρια του… Όλοι τα ξέρουν. Εδώ και χρόνια. Ένα σωρό κόσμος βάζει μαζί του στοίχημα αν μπορεί να καταφέρει το ένα ή το άλλο. Πότε αν τολμάει να σκαρφαλώσει μέχρι την κορυφή στο παλιό κυπαρίσσι που βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας, πότε αν κρατάει να σηκώσει πέντε καφάσια γεμάτες μπίρες, πότε πόσες φορές αντέχει να τρέξει τον γύρο της πλατείας στο ένα πόδι, αν μπορεί με τα μάτια δεμένα να κάνει σούζα με το ποδήλατο, τέτοια πράγματα. Κερδίζει∙ κέρασμα μια ομελέτα με λουκάνικα και πορτοκαλάδα. Χάνει∙ πρέπει να πιει με τη μία ένα κατοστάρι τσίπουρο. Γι’ αυτό δεν χάνει σχεδόν ποτέ. Τον αρρωσταίνει το πιόμα, τον κάνει να μοιάζει στον πατέρα του και δεν το θέλει. Έτσι και σήμερα. Οι εξυπνάκηδες οι φίλοι του άρχισαν πάλι να τον πειράζουν και να τον προκαλούν, λες και δεν ήξεραν με ποιον τα βάζουν. Πότε θα το χωνέψετε; Κανείς δεν ξέρει περισσότερα για την ΑΕΛ απ’ όσα αυτός. Δεν μπορεί να εξηγήσει πώς και γιατί συμβαίνει αλλά στο μυαλό του υπάρχουν τα πάντα για την ομάδα του. Η ιστορία της απ’ το άλφα ως το ωμέγα. Ποδοσφαιριστές, προπονητές, διαιτητές, νίκες, ήττες, γκολ, ημερομηνίες, μεταγραφές, αποχωρήσεις, τραυματισμοί, κίτρινες κάρτες, κόκκινες κάρτες, τα πάντα. Και δεν συμβαίνει μόνο με την ΑΕΛ. Και για άλλες ομάδες γνωρίζει παραπάνω από οποιονδήποτε άλλο∙ ως και για ξένες ομάδες κρατάει στο μυαλό του τις πιο απίθανες λεπτομέρειες. Ακούει τους δημοσιογράφους στις ραδιοφωνικές αναμεταδόσεις και γελάει∙ άσε κάτι φαντασμένους που βγαίνουν στην Αθλητική Κυριακή και λένε ό,τι τους κατέβει. Την τύφλα τους δεν ξέρουν μπροστά του. Ας τολμήσει κάποιος απ’ αυτούς να τον ρωτήσει με ποια ενδεκάδα κέρδισε η Μπόκα Τζούνιορς το Κόπα Αμέρικα το ’79 ή πώς η Κορίνθιανς έχασε το πρωτάθλημα Βραζιλίας το

18 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ ’76. Με πόσα γκολ σε επίσημα ματς τέλειωσε την καριέρα του ο μεγάλος Ρουμενίγκε. Όλοι τρώνε τα μούτρα τους μαζί του όταν πρόκειται για ποδόσφαιρο. Κι ας μην ξέρει καλά καλά γιατί συμβαίνει αυτό∙ ενώ δυσκολεύεται με τόσα άλλα, γνωρίζει σχεδόν τα πάντα για την μπάλα. Μπορεί να φταίει πως σχεδόν μεγάλωσε μέσα στο προποτζίδικο του αδερφού της μακαρίτισσας της μάνας του, του θείου του του Αντρέα, που μένει στο διπλανό χωριό. Από μια σταλιά παιδί μέχρι σήμερα, ξεκοκαλίζει καθημερινά όλες τις αθλητικές εφημερίδες, και ό,τι διαβάζει του εντυπώνεται, του μένει για πάντα. Άλλη εξήγηση δεν δίνει. Τέλος πάντων, δεν θέλει να το εκμεταλλεύεται, ούτε να κάνει τον έξυπνο σε κανέναν. Όχι πως του κακοπέφτουν τα κεράσματα αλλά πόσες φορές πρέπει να τους το αποδείξει για να το καταλάβουν; Αλλά πού αυτοί, εκεί… Με τι ξεκίνησαν αυτή τη φορά; Α, ναι. ΑΕΛ-ΑΕΚ το ’85. Εύκολο. Λοιπόν, έχουμε και λέμε, ο αγώνας έγινε στις 20 Γενάρη του 1985, στο Αλκαζάρ φυσικά. Αποτέλεσμα 4-1 υπέρ της ΑΕΛ. Τα γκολ: Μητσιμπόνας στο 37΄, ο Εστερχάζι ισοφαρίζει στο 47΄, στο 49΄ ο Κμιέτσικ ξαναδίνει το προβάδισμα, ο Αρζόγλου με αυτογκόλ στο 53΄ μεγαλώνει κι άλλο τη διαφορά, ο Ζιώγας τελειώνει τον αγώνα στο 87΄. Η σύνθεση της ΑΕΛ: Πλίτσης, Παραφέστας, Πατσιαβούρας, Γκαλίτσιος, Μητσιμπόνας, Βουτυρίτσας, Ζιώγας, Τσιώλης (77΄ αλλαγή ο Ρήγας), Άνταμτσικ (85΄ αλλαγή ο Κυριλίδης), Κιέτσικ, Βαλαώρας. Διαιτητής ο Κοντογιαννίδης. Εισιτήρια του αγώνα 16.890, εισπράξεις 5.260.500 δραχμές. Ευχαριστημένοι; Ευχαριστημένοι. Να βλέπω την ομελέτα με λουκάνικα και την πορτοκαλάδα τότε. Πριν καλά καλά ξεκινήσει να τρώει τον προκαλούν εκ νέου. Αυτό ήταν εύκολο λένε μερικοί, ας δοκιμάσουμε κάτι πιο δύσκολο. Ολυμπιακός-ΑΕΛ το ’81, όχι το ’81, το ’80. Ετοιμάστε την ομελέτα, και αυτή τη φορά, το λουκάνικο κανονικά, όχι όπως στην προηγούμενη, φωνάζει επίτηδες δυνατά να τον ακούσει ο αρχιτσιγκούναρος ο Λευτέρης ο Γιαννούλιας που κρατάει το

ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ 19 καφενείο. Λοιπόν, έχουμε και λέμε: Στάδιο Καραϊσκάκη στις 28 Σεπτεμβρίου του 1980. Σκορ 3-1 υπέρ του Ολυμπιακού. Τα γκολ στο 8΄ και το 74΄ με πέναλτι ο Γαλάκος, στο 42΄ ο Ξανθόπουλος, στο 70΄ μείωσε για την ΑΕΛ ο Σπασόφσκι. Για την ΑΕΛ έπαιξαν: Παπαδόπουλος, Παραφέστας, Ράμμος, Γκαλίτσιος, Αργυρούλης, Δράμαλης, Μαλουμίδης, Σταματίου (22΄ αλλαγή ο Σπασόφσκι), Βουρούκος (18΄ αλλαγή ο Πατσιαβούρας), Ανδρεούδης, Βαλαώρας. Διαιτητής ο Πρίντεζης. Να σημειωθεί ώσπου να έρθει η ομελέτα ότι και τα δύο γκολ του Γαλάκου δεν έπρεπε να μετρήσουν. Το πρώτο ήταν καθαρό οφσάιντ, ενώ το πέναλτι ήταν εντελώς θέατρο. Για να μη μιλήσουμε για τα δύο ξεκάθαρα πέναλτι που δεν δόθηκαν στην ΑΕΛ στο 46΄ και το 47΄. Αυτά. Ούτε που κατάλαβαν πότε τέλειωσε και τη δεύτερη ομελέτα. Βοηθάει βέβαια και η παγωμένη πορτοκαλάδα. Λες και ήταν συνεννοημένοι βάλθηκαν να φωνάζουν πως θέλουν κι άλλο. Κι άλλο, κι άλλο, ό,τι πείτε. Και τι βρήκε να του ζητήσει ο μεγαλύτερος της παρέας ο Σωτήρης ο Γκουντάρας που περνιέται για έξυπνος; Τελικός Κυπέλλου Ελλάδας το ’82. Σίγουρα; Αυτό το ξέρουν και οι πέτρες. Σίγουρα. Αφού επιμένουν εντάξει, αυτουνού δεν θα του κακοπέσει μια ακόμα ομελέτα. Λοιπόν ο αγώνας έγινε στις 19 Ιουνίου 1982 στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας. Αποτέλεσμα 1-0 υπέρ του Παναθηναϊκού με γκολ του Χαραλαμπίδη στο 49΄. ΑΕΛ: Πλίτσης, Παραφέστας, Πατσιαβούρας, Γκαλίτσιος, Αργυρούλης, Δράμαλης (82΄ αλλαγή ο Βουτυρίτσας), Μαλουμίδης, Γκόλαντας, Κουτάς (82΄ αλλαγή ο Μητσιμπόνας), Ανδρεούδης, Βαλαώρας. Αλλά επειδή δεν του πάει να κλέβει εικονοστάσι, χάρισμα και η σύνθεση του Παναθηναϊκού: Κωνσταντίνου, Κυράστας, Σημαιοφορίδης, Κόβης, Καψής, Λιβαθηνός, Νικολάε, Κουρόπουλος (78΄ αλλαγή ο Κατσιάκος), Χαραλαμπίδης (88΄ αλλαγή ο Αναστασιάδης), Ντόκεν, Γαλάκος. Αφήστε με τώρα να χαρώ το φαγητό μου. Αλλά τι να πεις; Άμα δεν σου κόβει, δεν σου κόβει. Αντί να καθίσουν στα αυγά τους ήθελαν και συνέχεια. Και τι σκέφτηκαν

20 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ να ζητήσουν οι αθεόφοβοι; Τον θρυλικό αγώνα με τη Σερβέτ για το κύπελλο Κυπελλούχων του 1984-1985. Αυτό παραπήγαινε, ούτε επίτηδες να το έκαναν. Σκέφτηκε να αρνηθεί. Έκανε και πολλή ζέστη, οι τρεις ομελέτες, όσο και να μην ήθελε να το δείξει, του έπεσαν βαριές. Το ρεκόρ του ήταν εφτά αλλά τη μοναδική φορά που έφτασε σ’ αυτό το νούμερο αρρώστησε, ανέβασε πυρετό, δυο μέρες του πήρε να συνέλθει. Γι’ αυτό και από τότε φροντίζει να μην ξεπερνάει τις πέντε. Αλλά αυτοί επέμεναν, δεν ήθελε και πολύ να υποκύψει, τους έκανε το χατίρι. Φυσικά, κέρδισε ξανά. Και τότε ενώ έτρωγε αργά και μάλλον ανόρεχτα την τέταρτη ομελέτα περικυκλωμένος από τους φίλους του που τον παρακολουθούσαν ξεκαρδισμένοι λες και ήταν κερδισμένοι και όχι χαμένοι, μπούκαρε ο πατέρας του και άρχισαν τα πανηγύρια. Τι να κάνει κι αυτός, όταν είδε πως ο γέρος του έτσι τύφλα που ήταν δεν ξεθύμαινε με τίποτα και θα τον σακάτευε, τον έκανε πέρα, πετάχτηκε όπως όπως έξω, καβάλησε το ποδήλατο και μαζί με τη Μάρα και την Ντόνα που πάντοτε τον περίμεναν υπομονετικά όσες ώρες και να ξόδευε στο καφενείο πήραν τις ερημιές. Ξανάπιασε επιφυλακτικά το σχίσιμο στα χείλη του. Πρέπει να ήταν βαθύ γιατί δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Για να μετριάσει το τσούξιμο, μούσκεψε το χέρι του στην ποτίστρα και έβρεξε ξανά και ξανά το πρόσωπό του. Αισθάνθηκε καλύτερα. Μετά από λίγο όμως το μυαλό του σκοτείνιασε πάλι. Έτριψε τραχιά τον καβάλο του. Αυτό που κρεμόταν ανάμεσα στα πόδια του είχε πρηστεί και τον βασάνιζε έτσι κλεισμένο στο στενό τζιν. Σκέφτηκε τι ωραία θα ήταν αν κάτι τέτοιες στιγμές αντί να είναι μόνος του καθόταν δίπλα του ένα κορίτσι. Ή έστω, να υπήρχε κάπου κάποιο κορίτσι που αν ήθελε θα μπορούσε να πάει να το βρει. Αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε κανένα τέτοιο κορίτσι. Ποτέ δεν υπήρξε. Σε λίγους μήνες θα γινόταν είκοσι χρονών και ακόμη δεν ήξερε πώς είναι να είσαι με ένα κορίτσι. Μια φορά, ούτε δεκαεφτά δεν ήταν, οι φίλοι του τον πήραν μαζί σε ένα σπίτι με

ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ 21 γυναίκες, στη Λάρισα. Όσο αυτός και η παρέα του περίμεναν στο σαλόνι, μαζί με κάτι άλλους περίεργους, έτρεμαν τα πόδια του από τον φόβο. Οι υπόλοιποι, αν και όχι πολύ μεγαλύτεροι, έδειχναν άνετοι και σίγουροι για τον εαυτό τους. Αυτουνού έτρεμε το φυλλοκάρδι. Ένας ένας έμπαιναν σε κάποιο δωμάτιο απ’ το οποίο όταν επέστρεφαν μετά από λίγα λεπτά, έμοιαζαν πιο σοβαροί, πιο μετρημένοι, αλλιώτικοι. Ήρθε και η σειρά του. Συνοδευόμενος από τα περιπαιχτικά σχόλια των φίλων του αφού ήξεραν πως είναι η πρώτη του φορά, μπήκε κι αυτός στο δωμάτιο που του έδειξαν. Ένα διπλό κρεβάτι με τσαλακωμένο σεντόνι, δυο κομοδίνα, ένας νιπτήρας, κάτι χαζές φωτογραφίες στον τοίχο∙ αυτή ήταν όλη και όλη η επίπλωση. Ο χώρος όπως και το υπόλοιπο σπίτι μύριζε κάποιο φτηνό αναγουλιαστικό άρωμα που μάταια προσπαθούσε να καλύψει τη μυρωδιά της χλωρίνης, του ιδρώτα, της κλεισούρας και κάτι ακόμα πιο ενοχλητικού που δεν ήξερε τι ήταν. Μια γυναίκα γύρω στα είκοσι πέντε καθόταν στην άκρη του κρεβατιού φορώντας μόνο το κάτω εσώρουχό της. Πρώτη φορά έβλεπε ζωντανά γυμνή γυναίκα και καύλωσε αμέσως. Αυτή, χωρίς να γυρίσει καν να τον κοιτάξει, του είπε, ενώ σκούπιζε τις μασχάλες και τα μπούτια της με μια μικρή πετσέτα, να ξεντυθεί. Υπάκουα, έβγαλε τα ρούχα του και στάθηκε απέναντί της με τον πούτσο του σε πλήρη στύση. Η πουτάνα, όταν στράφηκε προς το μέρος του και είδε με τι είχε να κάνει, πετάχτηκε πάνω, μισάνοιξε την πόρτα, έβγαλε το κεφάλι στον διάδρομο και φώναξε απαιτητικά την υπεύθυνη του σπιτιού. Εκείνη εμφανίστηκε ενοχλημένη, έτοιμη να πιάσει καβγά με το κορίτσι που ξεφώνιζε διάφορα δείχνοντάς τον. Η γριά, που την είχε δει και νωρίτερα στο σαλόνι, μπήκε μέσα, κάρφωσε με τη μία τα μάτια της ανάμεσα στα πόδια του, τον πλησίασε σαν να ήταν υπνωτισμένη, γονάτισε μπροστά του, έπιασε το όργανό του με τα δύο χέρια και χωρίς να δίνει την παραμικρή σημασία στις βρισιές και τα πειράγματα της νεότερης, βάλθηκε να το ζουλάει

22 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ και να το τρίβει αργά στο πρόσωπό της βγάζοντας μικρούς αναστεναγμούς. Κράτησε κάμποσο η γονυκλισία της. Αν δεν ήταν έτσι ζαρωμένη, θα την είχε πασαλείψει ολόκληρη. Κάποια στιγμή σηκώθηκε με κόπο και του είπε με κομμένη ανάσα στο αυτί: Χέσ’ την τη μαλακισμένη, μωρό μου, είναι χαζή και δεν ξέρει πόσο σπάνια είναι τα θαύματα. Αν ήμουν νεότερη, θα σ’ έπαιρνα εγώ τσάμπα, μόνο και μόνο για να έχω να το λέω. Έπειτα, αφού του χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο, του ζήτησε ευγενικά να ντυθεί. Έτσι κι έγινε. Βγήκαν μαζί στο σαλόνι, ενώ η κοπέλα, μετά από κάτι μπινελίκια που της έριξε η γριά, συνέχιζε πίσω τους να τσαλαπατάει και να απειλεί ότι θα τα έλεγε όλα σε κάποιον Μιχάλη και ότι είχε πάει εκεί να δουλέψει και όχι να τη σακατέψουν. Οι υπόλοιποι της παρέας ακούγοντας τον σαματά, ζήτησαν εξηγήσεις από την υπεύθυνη του σπιτιού. Παρά τη θολούρα του, γιατί το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει αποκεί μέσα το γρηγορότερο, κατάλαβε πως κάτι ακλόνητο τους είπε που τους τάραξε και δεν το συνέχισαν. Ούτε τα λεφτά που είχαν δώσει για λογαριασμό του θυμήθηκαν να ζητήσουν πίσω. Στην επιστροφή, δυο τρία χιλιόμετρα πριν από το χωριό, ο Τάκης ο Πράπας που μέχρι τότε οδηγούσε αμίλητος και σκεφτικός, καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, σταμάτησε φουρκισμένος στην άκρη του δρόμου και τον διέταξε να κατεβεί. Σαν να ήταν συνεννοημένοι κατέβηκαν και οι υπόλοιποι. Λίγο με το καλό λίγο με το άγριο, τον έβαλαν να ξεβρακωθεί μπροστά τους. Ντρεπόταν αλλά αναγκάστηκε να το κάνει. Όπως η πουτάνα και η γριά στο μπουρδέλο, έτσι κι αυτοί, έμειναν να τον κοιτούν με γουρλωμένα μάτια. Χωρίς να πουν τίποτα γύρισαν στο αυτοκίνητο και για μέρες μετά τον απέφευγαν∙ έτσι θυμόταν. Πάντως από τότε γίνονταν συχνότερα κακοί μαζί του και ούτε τον ξαναπήραν ποτέ στη Λάρισα. Ούτε κι αυτός τόλμησε να αναφερθεί ξανά σ’ εκείνη τη μέρα. Έμεινε με την απορία. Έσπρωξε μαλακά τη Μάρα από πάνω του και άπλωσε τελείως

ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ 23 τα πόδια να ξεμουδιάσει. Αυτό στον καβάλο του είχε περάσει από μόνο του χωρίς να χρειαστεί να χαϊδευτεί όπως έκανε τρεις τέσσερις φορές τη μέρα. Στο φαρδύ αρδευτικό κανάλι που κυλούσε από την κάτω πλευρά του δρόμου, ένας δύστυχος βάτραχος κόαζε θλιμμένα, σημάδι πως κάποιο νερόφιδο τον είχε πιάσει και τον κατάπινε αργά αργά, ζωντανό ακόμη. Το αυτί του ήταν καλά μαθημένο, δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει λάθος. Ένα ζωντανό έτρωγε ένα άλλο ζωντανό. Στα δεκαεννιά του χρόνια, είχε δει πολλών ειδών θανάτους. Κότες αποκεφαλισμένες από νυφίτσες, κουνέλια σφαγμένα από ασβούς, κουνάβια ξεσχισμένα από σκυλιά, σκυλιά πνιγμένα από σκυλιά, ποντίκια μακελεμένα από γάτες, γάτες κουρελιασμένες από σκυλιά, ποντίκια, γάτες και σκυλιά με το στόμα μέσα στο αίμα από το φάρμακο, χελιδονάκια πεσμένα από τη φωλιά, περιστέρια με την κοιλιά ανοιχτή από γεράκια, χελώνες με το καύκαλο θρύψαλα από πέτρα πεταγμένη επίτηδες, σκαντζόχοιρους χαλκομανία στον δρόμο, αρνιά, κατσίκια, γουρούνια, μοσχάρια, γαλοπούλες, χήνες, κοτόπουλα, κουνέλια, σφαγμένα από ανθρώπινο χέρι, πελαργούς, κοτσύφια, κοκκινολαίμηδες, ορτύκια, λαγούς, αγριογούρουνα, ζαρκάδια, τρυπημένα από σκάγια πάνω σε καπό κυνηγών, τον θείο του τον Αλέκο με το κεφάλι σκασμένο σαν καρπούζι από την ίδια του την καραμπίνα επειδή χρωστούσε στις τράπεζες και του έπαιρναν το σπίτι και τα χωράφια, εκείνον τον φουκαρά πριν από τέσσερα χρόνια στο γήπεδο που κυλιόταν στις κερκίδες με μια φωτοβολίδα καρφωμένη στον λαιμό, τελειωμό δεν είχε ο κατάλογος… και το θέαμα ήταν πάντα άσχημο. Όπως μ’ αυτόν τον άτυχο βάτραχο στο κανάλι που δεν ακουγόταν πια. Και ας μην μπορούσε να τον δει. Να είχε άραγε ακόμη επίγνωση τι του συνέβαινε ή να ’χε τελειώσει το μαρτύριό του; Σήκωσε βαρύθυμος το κεφάλι προς τα πάνω σαν να ήθελε να ξεφύγει από τις σκέψεις του. Τίποτα∙ δεν υπήρχαν αστέρια, σαν κάποιος να είχε σκεπάσει ολόκληρο τον ουρανό με μια σκούρα κουρτίνα. Στράφηκε μπρο­

24 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ στά του. Κάτω η κοιλάδα ήταν εξίσου σκοτεινή. Μόνο το υποστατικό των Διαμαντόπουλων που βρισκόταν κανένα χιλιόμετρο μακρύτερα από το σημείο που καθόταν, ήταν φωτισμένο. Μέσα στην απεραντοσύνη του κάμπου, τα θαμπά από την πνιγηρή υγρασία φώτα του σπιτιού και της περιβόλου, μαλάκωσαν την καρδιά του. Σκέφτηκε πόσο τυχερός ήταν που ο ιδιοκτήτης εκείνης της ονομαστής γης τον συμπαθούσε τόσο ώστε να τον πάρει στη δούλεψή του. Ποιον; Αυτόν, που ούτε στον στρατό δεν τον ήθελαν. Δεν είχε προλάβει καλά καλά να παρουσιαστεί και τον ανέβασαν σε ένα λεωφορείο μαζί με κάτι πονηρούς που ποιος ξέρει τι είχαν πάρει και δεν μπορούσαν να σταθούν όρθιοι και τους έστειλαν άρον άρον στο νοσοκομείο. Του έκαναν κάτι δήθεν επιστημονικές εξετάσεις, ερωτήσεις δηλαδή του έκαναν που καλά καλά δεν καταλάβαινε και έτσι απλά αποφάσισαν πως δεν τον χρειάζονται γιατί ήταν λέει ακατάλληλος και τον έστειλαν πίσω στο σπίτι του. Καμιά στεναχώρια. Δεν με θέλετε εσείς μία, δεν σας θέλω εγώ δέκα. Άλλο αν τα πειράγματα εναντίον του πλήθαιναν όταν μαθεύτηκε ο λόγος της άμεσης απόλυσής του και της επιστροφής του στο χωριό. Κι όμως, ο κύριος Αχιλλέας μετά από εκείνο το περιστατικό με τους νταήδες οδηγούς της θεριζοαλωνιστικής, σαν άκουσε πως δεν έχει δουλειά, ούτε που το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Να έρθεις να δουλέψεις σε μένα, του είπε και το εννοούσε. Έτσι κάνουν οι καλοί και ευγενικοί άνθρωποι. Δεν τα ψειρίζουν όλα καταπώς τους βολεύει ούτε λένε κούφια λόγια. Και από τότε κάθε πρωί στις επτά δίνει το παρόν στην πύλη. Κοντά έναν χρόνο τώρα δεν άργησε ούτε μια φορά. Χωρίς ξυπνητήρι, από μόνος του. Που όσο πήγαινε σχολείο, ζήτημα είναι να πρόλαβε έστω μια φορά το πρώτο κουδούνι. Το μυστικό είναι πως του αρέσει να δουλεύει στο κτήμα. Κι ας μην τον αφήνει στιγμή σε ησυχία ο επιστάτης. Τάισμα και πότισμα των ζώων, καθάρισμα των στάβλων, φόρτωμα του τριφυλλιού από το χωράφι όταν είναι η εποχή του και μετά στοίβαγμα στα

ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ 25 υπόστεγα, γενικώς κουβαλήματα κάθε είδους, μάζεμα των φρούτων όταν φτάνει ο καιρός τους, κάψιμο ό,τι άχρηστου αφήνει πίσω το κλάδεμα των δέντρων, επισκευές στην εξωτερική περίφραξη, μπογιαντίσματα, μερεμέτια σε σκεπές και τοίχους, ντάνιασμα των ξύλων για τα τζάκια του σπιτιού, τα πάντα. Τίποτα απ’ αυτά δεν τον πείραζε. Ήταν δυνατός, μπορούσε να τα βγάλει πέρα με ό,τι κι αν του ζητούσαν. Τι θα του έκανε λίγη κούραση κοτζάμ άντρα; Σημασία είχε να μην απογοητεύσει τον κύριο Αχιλλέα. Αλλά και η γυναίκα του… δυο τρεις φορές όλες και όλες κατάφερε να τη δει από κοντά, γιατί δεν έβγαινε συχνά από τον κήπο του σπιτιού που ήταν μέρος απαγορευμένο για κείνον και τους άλλους εργάτες, και του έμεινε αξέχαστη. Μεγάλη γυναίκα, κοντά πενήντα χρονών, και δεν χόρταινες να την κοιτάς. Σαν αυτές στην τηλεόραση ένα πράγμα. Και από τρόπους; Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα βγήκε και πήρε σβάρνα το κτήμα μόνη της με μια καλαθούνα κόκκινα αυγά και τσουρέκια∙ τσούγκριζε με τον έναν και τον άλλο, τους κερνούσε γλυκόπιοτο τσίπουρο χωρίς καμιά ξιπασιά και μιλούσε σε όλους λες και ήτανε ίσα και όμοια. Να ανοίξει η γη να τον καταπιεί ήθελε από την ντροπή του όταν το αυγό του έσπασε το δικό της κι απ’ τις δυο πλευρές. Σαν τώρα θυμάται τα ωραία άσπρα δόντια της όπως γελούσε μπροστά του με το πάθημά της. Τι να πεις; Άλλος κόσμος, ανώτερος. Αλλά οι περισσότεροι είναι κακοί, χαλασμένοι παλιάνθρωποι, χαμπάρι δεν παίρνουν από κάτι τέτοια. Γι’ αυτό ένα πρωί ενώ φόρτωνε κοπριά στο καρότσι και άκουσε δυο χαμάληδες να λένε βρομιές γι’ αυτήν, τους έπιασε και τους είπε να το βουλώσουν αλλιώς θα τους έκανε ασήκωτους απ’ το ξύλο. Τσιμουδιά δεν έβγαλαν τα ψοφίμια. Από όλες τις απόψεις καλύτερη δουλειά απ’ αυτή δεν μπορούσε να βρει. Γιατί και τα λεφτά ήταν καλά. Άλλο αν τα περισσότερα του τα έπαιρνε ο πατέρας του με το που πληρωνόταν. Αρκετά του είχε φάει τόσα χρόνια, έλεγε έτσι και τολμούσε να διαμαρτυρηθεί. Καιρός ήταν να αρχίσει να του

26 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ επιστρέφει τα χρωστούμενα, λέει. Δεν πειράζει. Κι αυτά που του έμεναν έφταναν. Δεν κάπνιζε, δεν έπινε, έξοδα για βενζίνες δεν είχε, στα σπίτια των θειάδων του υπήρχε πάντα φαγητό γι’ αυτόν, άσε που όποτε ήθελε είχε ό,τι τραβούσε η όρεξή του στο καφενείο, κόκαλα και αποφάγια για τα ζώα του έπαιρνε από την ψησταριά στο διπλανό κεφαλοχώρι, τίποτα δεν του έλειπε. Μέχρι λεφτά μάζεψε για να πάρει τη φανέλα της Αργεντινής με το νούμερο δέκα και το όνομα του Μαραντόνα στην πλάτη. Από πέρυσι την είχε μεράκι που την είδε κρεμασμένη σε ένα μεγάλο κιόσκι με όλων των ειδών τα ρούχα. Αλλά πού να βρει πέρυσι δέκα χιλιάρικα που ήθελε ο πανηγυρτζής; Φέτος όμως ήταν αλλιώς. Τον επόμενο μήνα που θα άρχιζε το παζάρι θα κατέβαινε στη Λάρισα και θα την αγόραζε. Κανονικά δεν θα καταδεχόταν να φορέσει φανέλα άλλης ομάδας από την ΑΕΛ αλλά εδώ μιλάμε για τον Θεό τον ίδιο. Προημιτελικός Παγκοσμίου Κυπέλου στο Μεξικό. ΑργεντινήΑγγλία. Ο αγώνας έγινε στις 22 Μάιου 1986 στο στάδιο Αζτέκα. Εκατόν δεκατέσσερις χιλιάδες πεντακόσιοι ογδόντα θεατές, ώρα έναρξης δώδεκα το μεσημέρι τοπική ώρα. Σκορ 2-1 υπέρ της Αργεντινής. Τα γκολ ο Μαραντόνα στο 51΄ και το 56΄, για την Αγγλία μείωσε ο Λίνεκερ στο 81΄. Αργεντινή: Πουμπίδο, Κουτσιούφο, Μπράουν, Ρουτζέρι, Ολαρτικοετσέα, Μπατίστα, Μπουρουσάγκα (75΄ Τάπια), Τζιούστι, Μαραντόνα, Ενρίκε, Βαλντάνο. Προπονητής Κάρλο Μπιλάρδο. Αγγλία: Σίλτον, Στίβενς, Φένγουϊκ, Μπούτσερ, Σάνσομ, Στίβεν (72΄ Μπαρνς), Ριντ (64΄ Γουόντλ), Χοντλ, Χοτζ, Μπίρντσλι, Λίνεκερ. Προπονητής Μπόμπι Ρόμπσον. Διαιτητής Αλί Μπενασέρ. Τον κυρίεψε ξανά θυμός. Σαν να τους είχε μπροστά του όλους αυτούς που του μιλούσαν λες και ήταν χαζός∙ Χαζός, ε; Χαζοί είστε εσείς, ξέσπασε σαν να μπορούσαν να τον ακούσουν. Θέλετε να σας στείλω αδιάβαστους; Ε, θέλετε; Πάρτε και τις ενδεκάδες με τα μικρά ονόματα των παικτών, έτσι κέρασμα από μένα.

ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ 27 Λοιπόν έχουμε και λέμε, Αργεντινή: Νέρι, Χοσέ Λουίς, Χοσέ Λουίς, Όσκαρ, Χούλιο, Σέρχιο, Χόρχε, του Τάπια που μπήκε αλλαγή Κάρλος Ντανιέλ, Ρικάρντο, Ντιέγκο, Έκτορ, (του Βαλντάνο). Αγγλία: Πίτερ, Γκάρι, Τέρι, Τέρι, Κένι, Τρέβορ, του μαύρου του Μπαρνς, Τζον, Πίτερ, του κοκκινομούρη του Γουόντλ, Κρις, Γκλεν, Πίτερ, Γκάρι. Σήκωσε θριαμβευτικά τα χέρια προς τα πάνω με τις γροθιές σφιγμένες όπως έκανε ο Ρόκι σ’ εκείνη την ταινία. Αλλά δεν ξεθύμανε. Ξανάρχισε ένα παραπονιάρικο μουρμούρισμα που σύντομα κατέληξε σε βρισιές. Προς στιγμή ξαλάφρωσε, ύστερα όμως έφερε ξανά στον νου του τις φάτσες όλων αυτών απ’ το καφενείο, τους τύπους στο προποτζίδικο του θείου του, εκείνη την κακιά δασκάλα που του είχε ρημάξει το χέρι με τη βέργα για να τον κάνει δεξιόχειρα και ξαναφούντωσε. Κοίταξε τα σκυλιά του. Έδειχναν ξεκούραστα και ήρεμα, ήταν συνηθισμένα στα ξεσπάσματά του. Κι αυτός αισθανόταν το στομάχι του ελαφρύτερο. Ο πατέρας του θα είχε πια ξεραθεί στον ύπνο. Ώρα ήταν να γυρίσουν πίσω. Το πρωί είχε να ξυπνήσει πολύ πρωί. Σηκώθηκε και έτριψε τον μουδιασμένο κώλο του. Μετά από τόση ώρα στο χώμα που έμοιαζε σκληρό σαν τσιμέντο από τις οπλές τόσων ζώων που το πατούσαν καθημερινά, σχεδόν δεν τον ένιωθε. Τα δύο θηλυκά τσομπανόσκυλα είχαν ήδη πεταχτεί πάνω με το που τον είδαν να κουνιέται. Έριξε κάμποσο νερό στο πρόσωπο, ξέπλυνε το στόμα του, έφτυσε να μην αισθάνεται το αίμα μέσα του, ανέβηκε στο ποδήλατο, άνοιξε το ραδιοφωνάκι και ξεκίνησε. Μπροστά όπως πάντα η Μάρα, στη μέση αυτός και από πίσω το βαρύ πυροβολικό, η Ντόνα. Αποδώ και πέρα ο δρόμος ήταν πιο εύκολος. Τέσσερα πέντε χιλιόμετρα μέχρι το χωριό χωρίς πολλές ανηφόρες. Το πολύ σε μισή ώρα θα ήταν στο κρεβάτι του. Δεν πείραζε που δεν δούλευε το φως, είχε κάνει τη διαδρομή χιλιάδες φορές χωρίς να συμβεί ποτέ το παραμικρό. Για μερικά λεπτά ποδηλατούσε χαλαρά ακομπανιάροντας κάτι βαριά λαϊκά κομμάτια που έπαιζε το ραδιόφωνο, όταν,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=