14 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ με τα πιο άγρια απ’ αυτά. Από μια σταλιά παιδί. Δεν του χρειάζονταν ούτε πέτρες ούτε ματσούκια, ούτε χειρονομίες ούτε αγριοφωνάρες ούτε τίποτα. Έφτανε να απλώσει το χέρι και να τους ψιθυρίσει μερικά γλυκόλογα και γινόντουσαν φίλοι. Συνήθως. Με τα πιο ζόρικα που δεν έπαιρναν με το καλό και συνέχιζαν να φέρονται επιθετικά, στεκόταν ακίνητος με τα χέρια στην πλάτη και έβγαζε έναν αργόσυρτο προειδοποιητικό λαρυγγισμό που ερχόταν κατευθείαν από το στομάχι του, έναν ήχο γεμάτο σιγουριά, γεννημένο ποιος ξέρει πόσο βαθιά μέσα του, και τα πράγματα ηρεμούσαν στη στιγμή. Μερικές φορές ως κι αυτός ο ίδιος απορούσε πώς γινόταν να ακούγεται τόσο άγριος. Κανείς δεν του το είχε μάθει. Ήταν σαν να το ήξερε από πάντα. Γι’ αυτό δεν φοβόταν. Αλλά τώρα δεν ήταν μόνος του. Μπορεί η Μάρα και η Ντόνα να μην ήξεραν από φόβο μα δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα απέναντι σε δέκα ή και παραπάνω θηρία μεγαλωμένα να υπερασπίζονται τον χώρο τους. Γι’ αυτό έπρεπε να προσέχει διπλά. Έστησε ξανά αυτί. Πέρα από τα τζιτζίκια και κάτι χρατς χρουτς μέσα στα ξερόχορτα, το μόνο που ακουγόταν ήταν οι μηχανές άντλησης νερού στα γύρω χωράφια και η μόνιμα ανοιχτή βρύση της ποτίστρας. Σιγουρεύοντας πως δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας και η παρουσία τους δεν είχε γίνει αντιληπτή, σφύριξε μαλακά στα σκυλιά του, που ξέπνοα στέκονταν με τις γλώσσες κρεμασμένες μερικά μέτρα μακριά του. Τα σκυλιά έχωσαν τις μουσούδες τους στη ρηχή στέρνα και άρχισαν να πίνουν λαίμαργα. Τα άφησε να χορτάσουν πριν βυθίσει κι αυτός το κεφάλι στο δροσερό νερό και μετά ήπιε αχόρταγα ώσπου το στομάχι του δεν έπαιρνε άλλο. Ανακουφισμένος, κάθισε στο χώμα με την πλάτη στο τσιμεντένιο τοίχωμα της ποτίστρας και βάλθηκε να ψηλαφίζει με τα δάχτυλα τα σχισίματα στο στόμα και τα χείλια του. Τίποτα το σοβαρό ή το πρωτόγνωρο. Του φάνηκε όμως πως ένα δόντι από τα μπροστινά κουνιόταν επικίνδυνα. Καλύτερα να μην το σκάλιζε άλλο. Ποιος ξέρει, μπορεί το ούλο
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=