Θα πέσει η νύχτα

ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ 15 να έσφιγγε σε μια δυο μέρες από μόνο του και το δόντι να μην έπεφτε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον χτυπούσε ο πατέρας του αλλά τόσο ξύλο και μάλιστα μπροστά σε κόσμο δεν θυμόταν να του ξανάριξε. Λες και ήταν κάνα μικρό παιδί. Και όλο αυτό γιατί; Επειδή λέει δεν θέλει ο γιος του να γίνεται ρεζίλι στο καφενείο. Ποιος; Ο Παναγιώτης ο Κιντής, που από τότε που τον θυμάται, άλλο δεν κάνει απ’ το να μεθοκοπάει και να χαρτοπαίζει όλη μέρα στα καφενεία και τις ψησταριές. Εκατόν πενήντα στρέμματα ποτιστικά πήρε προίκα, χώρια τα δικά του, συν το σπίτι, και είναι ζήτημα αν απέμεναν έστω τα μισά. Και αυτός ο ανεπρόκοπος, αυτός ο μεθύστακας, έτσι στα καλά καθούμενα μπούκαρε στο μαγαζί ενώ διασκέδαζε με τους φίλους του και άρχισε να τον βαράει. Και κάτι κουβέντες∙ βαριές κουβέντες: καθυστερημένο τον ανέβαζε, καθυστερημένο τον κατέβαζε. Τι να έκανε; Από ντροπή και μόνο μην τον δουν οι άλλοι να σηκώνει χέρι στον πατέρα του, έκατσε και τις έφαγε. Μέχρι που τον άφησε να του τρίψει το μούτρο στο πιάτο με τα αυγά και το λουκάνικο. Που αν ήθελε τον έβαζε κάτω με το ένα χέρι. Και μαζί και κάμποσους ακόμα απ’ όσους πρόλαβε να δει ότι χασκογελούσαν με το συμβάν. Πώς συγκρατήθηκε και δεν σηκώθηκε να τους πάρει όλους παραμάζωμα, ένας Θεός ξέρει. Μπορεί πολλά πράγματα να μην τα καταλάβαινε, μπορεί να μην είχε τις λέξεις για να πει αυτά που σκεφτόταν, το παραδέχεται∙ σε κάποια θέματα το μυαλό του δεν τον βοηθάει όσο άλλους, μπορεί να παράτησε το σχολείο πριν καλά καλά τελειώσει το γυμνάσιο, επειδή μπούχτισε να του φέρονται οι καθηγητές σαν να μην ήταν άνθρωπος, μπορεί να ήταν σίγουρος πως δεν θα γινόταν ποτέ τίποτα σπουδαίο, αλλά ήξερε ότι όλοι γνώριζαν πως αν ποτέ αποφάσιζε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, κανείς δεν είχε τύχη μαζί του. Δεν τα έβγαζε απ’ το κεφάλι του. Ο ίδιος ο κύριος Αχιλλέας Διαμαντόπουλος, ο πιο σημαντικός άνθρωπος που γνώριζε, το αφεντικό του, ένας άνθρωπος σπάνιος, ο πιο σπά­

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=