16 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ νιος από τους ανθρώπους, διέδιδε γι’ αυτόν, από όταν τυχαία τον υπερασπίστηκε απέναντι σε κάτι νταήδες ξενομερίτες χειριστές μιας αλωνιστικής μηχανής (που δεν είχαν ιδέα με ποιον τα έβαζαν), πως ο Βασιλάκης ο Κιντής διέθετε δύναμη και παλικαριά τριών, τεσσάρων γεροδεμένων αντρών και καλό θα ήταν να τον παίρνουν όλοι περισσότερο στα σοβαρά. Ποτέ δεν επικαλέστηκε τα λόγια του. Ακόμα κι αν καμιά φορά οι φίλοι του ή τίποτα άλλοι εξυπνάκηδες ξέφευγαν απ’ τα όρια και φέρονταν άσχημα. Απέφευγε να σηκώσει ανάστημα. Δεν ήθελε να τον φοβούνται, να τον αγαπάνε ήθελε, όπως προσπαθούσε να τους αγαπάει κι αυτός ό,τι καζούρα κι αν του έκαναν από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Και έπειτα, δεν το έβρισκε σωστό ένας άνθρωπος να κάνει κακό σε άλλον άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή μπορούσε. Και ας έφταιγε ο άλλος. Και για τα ζώα το ίδιο πίστευε, κι ας μη χόρταινε ο ίδιος κρέας όσο κι αν του έβαζες να φάει. Η Μάρα σαν να μυρίστηκε τι φούντωμα τον έπιασε τις τελευταίες στιγμές, απόθεσε το τεράστιο κεφάλι της πάνω στο απλωμένο πόδι του παριστάνοντας όπως πάντα την ανήξερη. Παρότι τον ζέσταινε δεν την έδιωξε και πήρε να την ξύνει πίσω απ’ τα αυτιά που της άρεσε. Πόσο καλά τον ήξερε αυτή η σκύλα… Συνέχεια στον νου της τον είχε. Από τότε που τη βρήκε μαζί με την αδερφή της, σχεδόν τυφλά κουτάβια ακόμη, να πνίγονται πεταμένα στο μεγάλο κανάλι, χωμένα μέσα σε ένα πλαστικό σακί από λίπασμα, δεν ξεκολλούσε από δίπλα του. Η Ντόνα, που ήταν επίσης χαδιάρα τις περισσότερες ώρες της μέρας, τώρα, μες στην ερημιά και το πηχτό σκοτάδι, μιας και δεν υπήρχε φεγγάρι, παραήταν απασχολημένη να ελέγχει την περίμετρο για να αποζητά τρυφεράδες. Ο Βασίλης έχωσε ξανά το δάχτυλο στο στόμα και πίεσε ελαφρά το τραυματισμένο δόντι. Θα ήταν θαύμα αν δεν το έχανε. Στη σκέψη πως από αύριο μπορεί να κυκλοφορούσε σαν κάνας γέρος φαφούτης, φούντωσε και τα έβαλε πάλι με τον πατέρα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=