Θα πέσει η νύχτα

13 1 Ποδηλατούσε πάνω από ώρα, όταν έφτασαν επιτέλους στο πλάτωμα με τη δημοτική ποτίστρα των ζώων. Μετά από τόσα χιλιόμετρα ανηφορικής διαδρομής, και οι τρεις τους έπρεπε να πάρουν ανάσες και να δροσιστούν. Η βραδιά ήταν δύσκολη. Μπορεί να κόντευαν μεσάνυχτα, η ζέστη παρέμενε όμως βασανιστική κι ας είχε κόψει από το απόγευμα ο νοτιάς που τα πύρωνε όλα εδώ και βδομάδες. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή το ίδιο γινόταν. Μια καυτερή ανάσα τύλιγε τον μεγάλο κάμπο απ’ άκρη σ’ άκρη, σιγοβράζοντας νύχτα μέρα τους πάντες και τα πάντα – ανθρώπους, ζώα, φυτά, ως και το χώμα ρυτίδωνε και σχιζόταν παίρνοντας τόπους τόπους την ανηλεή όψη πραγματικής ερήμου. Ναι, έπρεπε να σταματήσουν οπωσδήποτε, δεν ήταν μόνο για τα σκυλιά, το χρειαζόταν κι αυτός. Η μπλούζα του κολλούσε πάνω του απ’ τον ιδρώτα, οι γάμπες και τα μπούτια έβγαζαν φλόγες και, το χειρότερο, η κοιλιά του πονούσε από τις ομελέτες και τις πορτοκαλάδες που είχε περιδρομιάσει πριν στο καφενείο. Έκανε στην άκρη χρησιμοποιώντας για φρένα τα πόδια, σηκώνοντας έναν μικρό κουρνιαχτό, κατέβηκε από το ποδήλατο, έκλεισε το τρανζιστοράκι που κρατούσε στερεωμένο στη βάση του τιμονιού με κάτι κορδόνια από ένα ζευγάρι παλιοπάπουτσα και αφουγκράστηκε προσεκτικά μην ακούγονταν τίποτα κοντινά γαβγίσματα. Στην περιοχή υπήρχαν πολλά μαντριά. Αν δεν ήξερες μπορούσες να την πατήσεις με τα θηρία που τα φύλαγαν. Δεν φοβόταν για τον ίδιο. Αυτόν τα σκυλιά δεν τον πείραζαν, όλοι στο χωριό το παραδέχονταν πως είχε τον τρόπο του ακόμα και

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=