Θα πέσει η νύχτα

24 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ στά του. Κάτω η κοιλάδα ήταν εξίσου σκοτεινή. Μόνο το υποστατικό των Διαμαντόπουλων που βρισκόταν κανένα χιλιόμετρο μακρύτερα από το σημείο που καθόταν, ήταν φωτισμένο. Μέσα στην απεραντοσύνη του κάμπου, τα θαμπά από την πνιγηρή υγρασία φώτα του σπιτιού και της περιβόλου, μαλάκωσαν την καρδιά του. Σκέφτηκε πόσο τυχερός ήταν που ο ιδιοκτήτης εκείνης της ονομαστής γης τον συμπαθούσε τόσο ώστε να τον πάρει στη δούλεψή του. Ποιον; Αυτόν, που ούτε στον στρατό δεν τον ήθελαν. Δεν είχε προλάβει καλά καλά να παρουσιαστεί και τον ανέβασαν σε ένα λεωφορείο μαζί με κάτι πονηρούς που ποιος ξέρει τι είχαν πάρει και δεν μπορούσαν να σταθούν όρθιοι και τους έστειλαν άρον άρον στο νοσοκομείο. Του έκαναν κάτι δήθεν επιστημονικές εξετάσεις, ερωτήσεις δηλαδή του έκαναν που καλά καλά δεν καταλάβαινε και έτσι απλά αποφάσισαν πως δεν τον χρειάζονται γιατί ήταν λέει ακατάλληλος και τον έστειλαν πίσω στο σπίτι του. Καμιά στεναχώρια. Δεν με θέλετε εσείς μία, δεν σας θέλω εγώ δέκα. Άλλο αν τα πειράγματα εναντίον του πλήθαιναν όταν μαθεύτηκε ο λόγος της άμεσης απόλυσής του και της επιστροφής του στο χωριό. Κι όμως, ο κύριος Αχιλλέας μετά από εκείνο το περιστατικό με τους νταήδες οδηγούς της θεριζοαλωνιστικής, σαν άκουσε πως δεν έχει δουλειά, ούτε που το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Να έρθεις να δουλέψεις σε μένα, του είπε και το εννοούσε. Έτσι κάνουν οι καλοί και ευγενικοί άνθρωποι. Δεν τα ψειρίζουν όλα καταπώς τους βολεύει ούτε λένε κούφια λόγια. Και από τότε κάθε πρωί στις επτά δίνει το παρόν στην πύλη. Κοντά έναν χρόνο τώρα δεν άργησε ούτε μια φορά. Χωρίς ξυπνητήρι, από μόνος του. Που όσο πήγαινε σχολείο, ζήτημα είναι να πρόλαβε έστω μια φορά το πρώτο κουδούνι. Το μυστικό είναι πως του αρέσει να δουλεύει στο κτήμα. Κι ας μην τον αφήνει στιγμή σε ησυχία ο επιστάτης. Τάισμα και πότισμα των ζώων, καθάρισμα των στάβλων, φόρτωμα του τριφυλλιού από το χωράφι όταν είναι η εποχή του και μετά στοίβαγμα στα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=