Θα πέσει η νύχτα

ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ 23 τα πόδια να ξεμουδιάσει. Αυτό στον καβάλο του είχε περάσει από μόνο του χωρίς να χρειαστεί να χαϊδευτεί όπως έκανε τρεις τέσσερις φορές τη μέρα. Στο φαρδύ αρδευτικό κανάλι που κυλούσε από την κάτω πλευρά του δρόμου, ένας δύστυχος βάτραχος κόαζε θλιμμένα, σημάδι πως κάποιο νερόφιδο τον είχε πιάσει και τον κατάπινε αργά αργά, ζωντανό ακόμη. Το αυτί του ήταν καλά μαθημένο, δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει λάθος. Ένα ζωντανό έτρωγε ένα άλλο ζωντανό. Στα δεκαεννιά του χρόνια, είχε δει πολλών ειδών θανάτους. Κότες αποκεφαλισμένες από νυφίτσες, κουνέλια σφαγμένα από ασβούς, κουνάβια ξεσχισμένα από σκυλιά, σκυλιά πνιγμένα από σκυλιά, ποντίκια μακελεμένα από γάτες, γάτες κουρελιασμένες από σκυλιά, ποντίκια, γάτες και σκυλιά με το στόμα μέσα στο αίμα από το φάρμακο, χελιδονάκια πεσμένα από τη φωλιά, περιστέρια με την κοιλιά ανοιχτή από γεράκια, χελώνες με το καύκαλο θρύψαλα από πέτρα πεταγμένη επίτηδες, σκαντζόχοιρους χαλκομανία στον δρόμο, αρνιά, κατσίκια, γουρούνια, μοσχάρια, γαλοπούλες, χήνες, κοτόπουλα, κουνέλια, σφαγμένα από ανθρώπινο χέρι, πελαργούς, κοτσύφια, κοκκινολαίμηδες, ορτύκια, λαγούς, αγριογούρουνα, ζαρκάδια, τρυπημένα από σκάγια πάνω σε καπό κυνηγών, τον θείο του τον Αλέκο με το κεφάλι σκασμένο σαν καρπούζι από την ίδια του την καραμπίνα επειδή χρωστούσε στις τράπεζες και του έπαιρναν το σπίτι και τα χωράφια, εκείνον τον φουκαρά πριν από τέσσερα χρόνια στο γήπεδο που κυλιόταν στις κερκίδες με μια φωτοβολίδα καρφωμένη στον λαιμό, τελειωμό δεν είχε ο κατάλογος… και το θέαμα ήταν πάντα άσχημο. Όπως μ’ αυτόν τον άτυχο βάτραχο στο κανάλι που δεν ακουγόταν πια. Και ας μην μπορούσε να τον δει. Να είχε άραγε ακόμη επίγνωση τι του συνέβαινε ή να ’χε τελειώσει το μαρτύριό του; Σήκωσε βαρύθυμος το κεφάλι προς τα πάνω σαν να ήθελε να ξεφύγει από τις σκέψεις του. Τίποτα∙ δεν υπήρχαν αστέρια, σαν κάποιος να είχε σκεπάσει ολόκληρο τον ουρανό με μια σκούρα κουρτίνα. Στράφηκε μπρο­

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=