22 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ και να το τρίβει αργά στο πρόσωπό της βγάζοντας μικρούς αναστεναγμούς. Κράτησε κάμποσο η γονυκλισία της. Αν δεν ήταν έτσι ζαρωμένη, θα την είχε πασαλείψει ολόκληρη. Κάποια στιγμή σηκώθηκε με κόπο και του είπε με κομμένη ανάσα στο αυτί: Χέσ’ την τη μαλακισμένη, μωρό μου, είναι χαζή και δεν ξέρει πόσο σπάνια είναι τα θαύματα. Αν ήμουν νεότερη, θα σ’ έπαιρνα εγώ τσάμπα, μόνο και μόνο για να έχω να το λέω. Έπειτα, αφού του χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο, του ζήτησε ευγενικά να ντυθεί. Έτσι κι έγινε. Βγήκαν μαζί στο σαλόνι, ενώ η κοπέλα, μετά από κάτι μπινελίκια που της έριξε η γριά, συνέχιζε πίσω τους να τσαλαπατάει και να απειλεί ότι θα τα έλεγε όλα σε κάποιον Μιχάλη και ότι είχε πάει εκεί να δουλέψει και όχι να τη σακατέψουν. Οι υπόλοιποι της παρέας ακούγοντας τον σαματά, ζήτησαν εξηγήσεις από την υπεύθυνη του σπιτιού. Παρά τη θολούρα του, γιατί το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει αποκεί μέσα το γρηγορότερο, κατάλαβε πως κάτι ακλόνητο τους είπε που τους τάραξε και δεν το συνέχισαν. Ούτε τα λεφτά που είχαν δώσει για λογαριασμό του θυμήθηκαν να ζητήσουν πίσω. Στην επιστροφή, δυο τρία χιλιόμετρα πριν από το χωριό, ο Τάκης ο Πράπας που μέχρι τότε οδηγούσε αμίλητος και σκεφτικός, καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, σταμάτησε φουρκισμένος στην άκρη του δρόμου και τον διέταξε να κατεβεί. Σαν να ήταν συνεννοημένοι κατέβηκαν και οι υπόλοιποι. Λίγο με το καλό λίγο με το άγριο, τον έβαλαν να ξεβρακωθεί μπροστά τους. Ντρεπόταν αλλά αναγκάστηκε να το κάνει. Όπως η πουτάνα και η γριά στο μπουρδέλο, έτσι κι αυτοί, έμειναν να τον κοιτούν με γουρλωμένα μάτια. Χωρίς να πουν τίποτα γύρισαν στο αυτοκίνητο και για μέρες μετά τον απέφευγαν∙ έτσι θυμόταν. Πάντως από τότε γίνονταν συχνότερα κακοί μαζί του και ούτε τον ξαναπήραν ποτέ στη Λάρισα. Ούτε κι αυτός τόλμησε να αναφερθεί ξανά σ’ εκείνη τη μέρα. Έμεινε με την απορία. Έσπρωξε μαλακά τη Μάρα από πάνω του και άπλωσε τελείως
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=