Θα πέσει η νύχτα

ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ 25 υπόστεγα, γενικώς κουβαλήματα κάθε είδους, μάζεμα των φρούτων όταν φτάνει ο καιρός τους, κάψιμο ό,τι άχρηστου αφήνει πίσω το κλάδεμα των δέντρων, επισκευές στην εξωτερική περίφραξη, μπογιαντίσματα, μερεμέτια σε σκεπές και τοίχους, ντάνιασμα των ξύλων για τα τζάκια του σπιτιού, τα πάντα. Τίποτα απ’ αυτά δεν τον πείραζε. Ήταν δυνατός, μπορούσε να τα βγάλει πέρα με ό,τι κι αν του ζητούσαν. Τι θα του έκανε λίγη κούραση κοτζάμ άντρα; Σημασία είχε να μην απογοητεύσει τον κύριο Αχιλλέα. Αλλά και η γυναίκα του… δυο τρεις φορές όλες και όλες κατάφερε να τη δει από κοντά, γιατί δεν έβγαινε συχνά από τον κήπο του σπιτιού που ήταν μέρος απαγορευμένο για κείνον και τους άλλους εργάτες, και του έμεινε αξέχαστη. Μεγάλη γυναίκα, κοντά πενήντα χρονών, και δεν χόρταινες να την κοιτάς. Σαν αυτές στην τηλεόραση ένα πράγμα. Και από τρόπους; Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα βγήκε και πήρε σβάρνα το κτήμα μόνη της με μια καλαθούνα κόκκινα αυγά και τσουρέκια∙ τσούγκριζε με τον έναν και τον άλλο, τους κερνούσε γλυκόπιοτο τσίπουρο χωρίς καμιά ξιπασιά και μιλούσε σε όλους λες και ήτανε ίσα και όμοια. Να ανοίξει η γη να τον καταπιεί ήθελε από την ντροπή του όταν το αυγό του έσπασε το δικό της κι απ’ τις δυο πλευρές. Σαν τώρα θυμάται τα ωραία άσπρα δόντια της όπως γελούσε μπροστά του με το πάθημά της. Τι να πεις; Άλλος κόσμος, ανώτερος. Αλλά οι περισσότεροι είναι κακοί, χαλασμένοι παλιάνθρωποι, χαμπάρι δεν παίρνουν από κάτι τέτοια. Γι’ αυτό ένα πρωί ενώ φόρτωνε κοπριά στο καρότσι και άκουσε δυο χαμάληδες να λένε βρομιές γι’ αυτήν, τους έπιασε και τους είπε να το βουλώσουν αλλιώς θα τους έκανε ασήκωτους απ’ το ξύλο. Τσιμουδιά δεν έβγαλαν τα ψοφίμια. Από όλες τις απόψεις καλύτερη δουλειά απ’ αυτή δεν μπορούσε να βρει. Γιατί και τα λεφτά ήταν καλά. Άλλο αν τα περισσότερα του τα έπαιρνε ο πατέρας του με το που πληρωνόταν. Αρκετά του είχε φάει τόσα χρόνια, έλεγε έτσι και τολμούσε να διαμαρτυρηθεί. Καιρός ήταν να αρχίσει να του

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=