Θα πέσει η νύχτα

28 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ πριν φτάσει στη μεγάλη στροφή, άκουσε τη Μάρα να γρυλίζει θυμωμένα. Την ίδια στιγμή είδε την Ντόνα να τον προσπερνάει με μεγάλες δρασκελιές γαβγίζοντας. Παρά το πηχτό σκοτάδι, τις εντόπισε εύκολα μερικά μέτρα πιο πέρα να κάνουν σαματά πάνω από έναν μικρό μπόγο. Φρέναρε απότομα, έριξε κάτω το ποδήλατο και πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές. Μια χελώνα. Απομάκρυνε τσιτωμένος τα αγριεμένα σκυλιά μαλώνοντάς τα που τα έβαζαν με κάτι τόσο πιο αδύναμο απ’ αυτά και σήκωσε το κρυμμένο στο καύκαλό του ζωντανό να το περάσει απέναντι. Απορροφημένος να μιλάει πότε στη χελώνα και πότε στα σκυλιά σαν να ήταν άνθρωποι και να τον καταλάβαιναν, δεν πρόλαβε να δει τα φώτα του αυτοκινήτου που ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα καταπάνω του παρά μόνο αφού ήταν πια αργά. Παρά το σάστισμά του, κατάφερε να φωνάξει στα σκυλιά να παραμερίσουν αλλά ο ίδιος δεν στάθηκε ικανός να κάνει το ίδιο, απομένοντας σαν υπνωτισμένος στη μέση του δρόμου με τη χελώνα στα χέρια. Κάτι παράλογα δυνατό τον χτύπησε τινάζοντάς τον στον αέρα. Η πρόσκρουση στο παρμπρίζ, το στροβίλισμα πάνω από την οροφή του οχήματος και κατόπιν η εκσφενδόνιση, η πτώση και το κουτρουβάλιασμα στην άσφαλτο έγιναν τόσο αστραπιαία που δεν πρόλαβε να σκεφτεί το παραμικρό, σαν να μη συνέβαινε στον ίδιο αλλά σε κάποιον άλλον και αυτός να ήταν απλώς θεατής. Όπως γίνεται στις ταινίες ένα πράγμα. Δοκίμασε να κουνηθεί αλλά το σώμα του δεν υπάκουσε. Σφίχτηκε περισσότερο μήπως και μπορέσει να σηκώσει το κεφάλι και δει τι είχαν απογίνει τα σκυλιά του αλλά ίσα που κατάφερε να στρέψει τα μάτια, τόσο ώστε να δει ότι το δεξί του πόδι από το γόνατο και κάτω αντί να βρίσκεται στη θέση του ήταν αφύσικα γυρισμένο προς τα πάνω με τη σόλα από το μποτάκι του να απέχει ελάχιστα από το πρόσωπό του. Μα πού ήταν επιτέλους η Μάρα και η Ντόνα; Σκέφτηκε έντρομος πως για να είναι άφαντες αντί να περιφέρονται από πάνω του σαν τρελαμένες, κάτι είχαν πάθει. Παλαβωμένος από

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=