ΘΑ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ 27 Λοιπόν έχουμε και λέμε, Αργεντινή: Νέρι, Χοσέ Λουίς, Χοσέ Λουίς, Όσκαρ, Χούλιο, Σέρχιο, Χόρχε, του Τάπια που μπήκε αλλαγή Κάρλος Ντανιέλ, Ρικάρντο, Ντιέγκο, Έκτορ, (του Βαλντάνο). Αγγλία: Πίτερ, Γκάρι, Τέρι, Τέρι, Κένι, Τρέβορ, του μαύρου του Μπαρνς, Τζον, Πίτερ, του κοκκινομούρη του Γουόντλ, Κρις, Γκλεν, Πίτερ, Γκάρι. Σήκωσε θριαμβευτικά τα χέρια προς τα πάνω με τις γροθιές σφιγμένες όπως έκανε ο Ρόκι σ’ εκείνη την ταινία. Αλλά δεν ξεθύμανε. Ξανάρχισε ένα παραπονιάρικο μουρμούρισμα που σύντομα κατέληξε σε βρισιές. Προς στιγμή ξαλάφρωσε, ύστερα όμως έφερε ξανά στον νου του τις φάτσες όλων αυτών απ’ το καφενείο, τους τύπους στο προποτζίδικο του θείου του, εκείνη την κακιά δασκάλα που του είχε ρημάξει το χέρι με τη βέργα για να τον κάνει δεξιόχειρα και ξαναφούντωσε. Κοίταξε τα σκυλιά του. Έδειχναν ξεκούραστα και ήρεμα, ήταν συνηθισμένα στα ξεσπάσματά του. Κι αυτός αισθανόταν το στομάχι του ελαφρύτερο. Ο πατέρας του θα είχε πια ξεραθεί στον ύπνο. Ώρα ήταν να γυρίσουν πίσω. Το πρωί είχε να ξυπνήσει πολύ πρωί. Σηκώθηκε και έτριψε τον μουδιασμένο κώλο του. Μετά από τόση ώρα στο χώμα που έμοιαζε σκληρό σαν τσιμέντο από τις οπλές τόσων ζώων που το πατούσαν καθημερινά, σχεδόν δεν τον ένιωθε. Τα δύο θηλυκά τσομπανόσκυλα είχαν ήδη πεταχτεί πάνω με το που τον είδαν να κουνιέται. Έριξε κάμποσο νερό στο πρόσωπο, ξέπλυνε το στόμα του, έφτυσε να μην αισθάνεται το αίμα μέσα του, ανέβηκε στο ποδήλατο, άνοιξε το ραδιοφωνάκι και ξεκίνησε. Μπροστά όπως πάντα η Μάρα, στη μέση αυτός και από πίσω το βαρύ πυροβολικό, η Ντόνα. Αποδώ και πέρα ο δρόμος ήταν πιο εύκολος. Τέσσερα πέντε χιλιόμετρα μέχρι το χωριό χωρίς πολλές ανηφόρες. Το πολύ σε μισή ώρα θα ήταν στο κρεβάτι του. Δεν πείραζε που δεν δούλευε το φως, είχε κάνει τη διαδρομή χιλιάδες φορές χωρίς να συμβεί ποτέ το παραμικρό. Για μερικά λεπτά ποδηλατούσε χαλαρά ακομπανιάροντας κάτι βαριά λαϊκά κομμάτια που έπαιζε το ραδιόφωνο, όταν,
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=